Carhistory.gr Logo
  » auto stories » ΙΣΤΟΡΙΑ » Τριήρεις
Τριήρεις
ΙΣΤΟΡΙΑ

Τα πιο εξελιγμένα πολεμικά πλοία των αρχαίων Ελλήνων, πέρα από την μακραίωνη θητεία τους στις θάλασσες, έχουν στο ενεργητικό τους και τη νίκη στα νερά της Σαλαμίνας, όπου έγινε η κρισιμότερη ναυμαχία της Ιστορίας.

Οι πρώτες τριήρεις ναυπηγήθηκαν στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. από Κορίνθιους τεχνίτες, που τότε θεωρούνταν οι καλύτεροι του κόσμου. Ο Πελοποννήσιος Αμεινοκλής αναφέρεται ως ο «πρώτος διδάξας», αν και τα τέσσερα πλοία που ολοκλήρωσε για τους Σαμίους το 704 π.Χ. χαρακτηρίζονται σαφέστερα ως πεντηκόντοροι, παρόλο που έμοιαζαν αρκετά στις μεταγενέστερες τριήρεις. Τα πλοία αυτά χρησιμοποιήθηκαν για 600 χρόνια από όσους ναυπηγούσαν στόλο, όμως συνδέθηκαν περισσότερο με τους Αθηναίους και την ηγεμονία τους στα ελληνικά πελάγη. Αυτό δεν ήταν τυχαίο, αφού εκείνοι τελειοποίησαν τις τριήρεις σε τέτοιο βαθμό, ώστε στα χέρια τους να μεταβληθούν σε ναυτικές πολεμικές «μηχανές» και να γίνουν το ισχυρότερο μέσο επιβολής σε φίλους και αντιπάλους. Οι πολίτες της Αθήνας ήταν περήφανοι για τις τριήρεις τους κι έχοντας εκτιμήσει όσα κέρδισαν στα θαλασσινά μέτωπα, τις φρόντιζαν ιδιαίτερα ώστε να βρίσκονται σε άριστη κατάσταση και να είναι έτοιμες για νέες εκστρατείες: Σε ναυτικό κατάλογο που προσδιορίζεται στο 329 π.Χ. (αρκετές δεκαετίες ύστερα από την καθοριστική ήττα στον Πελοποννησιακό πόλεμο) αναφέρονται 378 νεώσοικοι, όπου τα πλοία παρέμεναν προς φύλαξη και συντήρηση. Οι νεώσοικοι (συνθετικό των λέξεων «ναύς» και «οίκος») αποτελούσαν ουσιαστικά στέγαστρα, που διαχωρίζονταν με κιονοστοιχίες σε παράλληλα διαμερίσματα μήκους 42 μέτρων και πλάτους 5,60 μέτρων, ανά δύο κάτω από κοινή στέγη, μοιρασμένοι και στα τρία λιμάνια του Πειραιά (Ζέα, Μουνιχία, Κάνθαρος). Στις μέρες μας σώζονται ερείπια από επτά νεωσοίκους, τρεις από τους οποίους βρίσκονται στο υπόγειο της πολυκατοικίας επί της Ακτής Μουτσοπούλου και της οδού Σηραγγείου. Υπάρχουν ακόμα και τα υπολείμματα της εισόδου στην Σκευοθήκη, που έκτισε ο αρχιτέκτονας Φίλων, στο οποίο φυλάσσονταν οι τέντες, οι κάβοι, τα πανιά και τα σχοινιά των τριήρεων.

Η περσική απειλή

Στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα η Περσική αυτοκρατορία είχε συμπεριλάβει στα εδάφη της και την Μικρά Ασία, φθάνοντας ως τα ανατολικά παράλια του Αιγαίου. Ζήτημα χρόνου ήταν να συνεχίσει να επεκτείνεται, βάζοντας «πόδι» στην Ευρώπη. Οι Πέρσες, ως κυρίαρχος πλέον λαός της Ανατολής, είχαν την δυνατότητα να κινήσουν τεράστιο όγκο στρατευμάτων. Η υπεροπλία τους έναντι των αντιπάλων ήταν πρωτόγνωρη, καθώς ως τότε πουθενά στην Ιστορία δεν είχε εμφανιστεί πολυανθρωπότερη στρατιωτική συγκέντρωση από την δική τους. Οι φήμες τους θεωρούσαν αήττητους, υπερτονίζοντας ότι μαζί τους εκστράτευαν και δεκάδες υποτελείς ηγεμόνες που δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τους ακολουθήσουν. Οι Πέρσες δεν ήταν βέβαια τόσο «βάρβαροι», όπως πίστευαν οι Έλληνες: Επηρρεασμένοι από την κουλτούρα των Μεσοποτάμιων λαών, που περιφερειακό τμήμα τους ήταν κι οι ίδιοι, είχαν κληρονομήσει τις γνώσεις εκείνων στις θετικές επιστήμες. Εξαιρετικοί τεχνίτες στην κατασκευή ψηφιδωτών, διέθεταν επίσης και υψηλή τεχνική στην μνημειακή αρχιτεκτονική. Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ Ελλήνων και Περσών εντοπιζόταν στην θρησκεία. Οι πρώτοι λάτρευαν τους εξωστρεφείς θεούς του Ολύμπου, με θεοποιημένα ακόμη και τα ελαττώματά τους, ενώ ο απλός λαός γνώριζε τα πάντα γι αυτούς έχοντας πρόσβαση σχεδόν σε κάθε τυπολατρικό. Οι δεύτεροι, αν και επίσης πολυθειστές, είχαν θεότητες τρομερές στην όψη και μυστικοπαθείς. Στο δικό τους «πάνθεον» κυριαρχούσε το στοιχείο της φωτιάς, με τους ιερείς να κρατούν αποκλειστικά για χρήση από την δική τους τάξη όλα τα θεωρούμενα «μυστικά του κόσμου». Την τόσο διαφορετική θεώρηση για τη ζωή και τις αξίες της «υποδαύλιζε» και το προσωποπαγές απολυταρχικό καθεστώς διοίκησής τους. Ο Μεγάλος Βασιλιάς ήταν «τα πάντα» κι ως σήμερα ακόμη η έννοια «σατράπης» –περσικός τίτλος επικεφαλής επαρχίας- υποδηλώνει την αυθαιρεσία. Κι όπως μας έχει διδάξει η ιστορία, οι αυτοκρατορίες αναπτύσσονται γοργά και κυριαρχούν όταν έχουν προικισμένους ηγέτες: Oι Πέρσες είχαν την τύχη να διαθέτουν τρεις τέτοιους (Κύρος, Δαρείος Α’, Καμβύσης), που τους έφεραν ως τα πρόθυρα της Ευρώπης. Όμως εκεί έμελλε να σταματήσουν, χάρις στην ευψυχία και την ανώτερη τακτική των Ελλήνων κι έπειτα να συντριβούν, καθώς είχαν στερέψει από φωτισμένες προσωπικότητες που θα έκαναν την διαφορά και θα τους διατηρούσαν στο προσκήνιο.

Οι παραμονές της σύγκρουσης

Η πρώτη εκστρατεία των Μήδων εναντίον των Ελλήνων είχε αποτύχει, επιφορτισμένη και με την ήττα στον Μαραθώνα από κατώτερες αριθμητικά δυνάμεις. Η δεύτερη, δέκα χρόνια αργότερα, με επικεφαλής τον ίδιο τον μονάρχη και με τα ανώτερα τεχνικά μέσα για υποστήριξη, χαρακτηριζόταν γιγάντια ακόμη και με τα σημερινά μεγέθη: Η στρατιά, μαζί με όσους την ακολουθούσαν (γιατροί, ιερείς, πόρνες, μάγειροι, γελωτοποιοί κλπ), έφθανε τα πέντε εκατομμύρια άτομα, αριθμός πολύ μεγάλος για να είναι ιστορικά ακριβής. Το γεγονός όμως ήταν πως ο Ξέρξης δεν φείσθηκε υλικών, έμψυχων ή άψυχων. Βλέποντας το μέλλον του επιχειρήματός του να κρίνεται και στην θάλασσα, ναυπήγησε χιλιάδες πλοία, πολεμικά και βοηθητικά. Κι ασφαλώς, είχε μαζί του τους ναυτογνώστες Φοίνικες και τον στόλο τους. Την ανθρωποθάλασσα αυτή δεν μπορούσε κανείς να σταματήσει στις πεδιάδες της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, με τα εχθρικά καράβια να παραπλέουν στις ακτές. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Λεωνίδας με τους Θεσπιείς συμμάχους του καταπιάστηκε να την ανακόψει στα στενά των Θερμοπυλών, κερδίζοντας τον σεβασμό με την θυσία την δική του και των ανδρών του που έπεσαν μέχρις ενός ξέροντας πως στο τέλος «οι Μήδοι θα διαβούνε». Τα πρώτα ενθαρρυντικά νέα ήρθαν από την «ισοπαλία» των δύο στόλων στο Αρτεμίσιο, κάνοντας πολλούς από τους ενωμένους λόγω των περιστάσεων Έλληνες να πιστέψουν στον από θαλάσσης αγώνα. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία –η πρώτη της Ιστορίας, παρά την ύπαρξη δούλων και τον κοινωνικό αποκλεισμό των γυναικών- είχε το 482 π.Χ. ναυπηγήσει 100 τριήρεις, ύστερα από εισήγηση του Θεμιστοκλή με προορισμό την αντιμετώπιση των Αιγινητών. Ευτυχής αποδείχθηκε αυτή η συγκυρία, καθώς οι τριήρεις εκείνες μαζί με τον υπόλοιπο στόλο αγωνίζονταν ήδη κατά των Περσών. Στον Θεμιστοκλή ανήκουν εξ ολοκλήρου τα εύσημα για την σύλληψη και την επιτυχή έκβαση του στρατηγικού σχεδίου του πολέμου, πείθοντας τις πόλεις που θα αντιστέκονταν στους Πέρσες να μην περιμένουν να φθάσει ο εχθρός στον Ισθμό για να τον αντιμετωπίσουν. Ο Αθηναίος ηγέτης πήρε μεγάλο ρίσκο, εξωθώντας τους κατοίκους της πόλης του να καταφύγουν στην Τροιζήνα, την Σαλαμίνα και τα Μέθανα, προκειμένου να προστατευτούν από τους Πέρσες. Τα «ξύλινα τείχη» που θα την έσωζαν, σύμφωνα με τον χρησμό του μαντείου των Δελφών που τότε είχε πρόσκαιρα «μηδίσει», ήταν γι αυτόν τα καράβια. Όσοι δεν τον άκουσαν, μαζί με τους ασθενέστερους και τους γεροντότερους, έφτιαξαν ξύλινο τείχος γύρω από την Ακρόπολη και κλείστηκαν εκεί για να αντισταθούν. Κανείς τους δεν έμεινε ζωντανός όταν «μπήκαν στην πόλη οι εχθροί» και σχεδόν κανένα κτίριο δεν σώθηκε από την φωτιά που επακολούθησε. Οι Αθηναίοι μαχητές έβλεπαν από τις τριήρεις την πόλη να καίγεται και κατάλαβαν πως ο αγώνας αυτός θα ήταν «υπέρ βωμών και εστιών». Η αναμέτρηση που ερχόταν δεν ήταν σαν αυτές που ως τώρα ήξεραν να επιδίδονται με τους γειτόνους τους: Ήταν σύγκρουση πολιτισμών, που από το αποτέλεσμά της εξαρτιόταν η ύπαρξή τους. Δεν ήξεραν τότε –δεν μπορούσαν να ξέρουν- πως η έκβασή της θα έκρινε και το μέλλον του ευρωπαικού πολιτισμού και πως, αν έχαναν τον αγώνα, η παγκόσμια Ιστορία θα είχε γραφτεί διαφορετικά. Ξημερώνοντας η 28η –και για άλλους η 29η_ Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. τα Περσικά πλοία έκλεισαν τις δύο διόδους στην θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στην Σαλαμίνα και την Αττική, κυκλώνοντας τις ελληνικές δυνάμεις…

Η «μητέρα» των ναυμαχιών

Δυσάρεστη ήταν για τους Μήδους η έκπληξη που ένοιωσαν, βλέποντας τις τριήρεις έτοιμες για πόλεμο, με διπλωμένα τα πανιά τους ή με βγαλμένα όσα εξαρτήματα περιόριζαν την ευελιξία τους. Το παράγγελμα προς τους κωπηλάτες ήταν κίνηση εμπρός σε διάταξη και στοίχιση μάχης. Αμφιβολίες πολλές υπήρχαν –κι ακόμη υπάρχουν- σχετικά με την κατανομή τόσων κωπηλατών μέσα σε τόσο στενό χώρο. Η πιο επικρατούσα άποψη αναφέρει πως ήταν χωρισμένοι σε κάθε μια από τις δύο πλευρές σε τρεις επάλληλες σειρές (27 στις κάτω, 27 στις μεσαίες και 31 στις επάνω), δίνοντας και την ονομασία «τριήρεις» στα σκάφη. Με υπερπροσπάθεια οι άνθρωποι αυτοί, που ήταν ελεύθεροι πολίτες και όχι σκλάβοι, ανέβαζαν την ταχύτητα της τριήρους την ώρα της επίθεσης στους 12 κόμβους, την οποία μπορούσαν να διατηρήσουν για λίγα, πλην όμως απαραίτητα για την επιτυχία λεπτά. Ο πολεμικός παιάνας «Ιτε παίδες Ελλήνων…» συγκλόνισε την θαλάσσια περιοχή που δινόταν ο αγώνας, μεταξύ της νησίδας που σήμερα λέγεται Άγιος Γεώργιος και της στενόμακρης χερσονήσου της Κυνόσουρας. Ο Ξέρξης παρακολουθούσε την ναυμαχία καθισμένος στον θρόνο του, πιθανόν στο ύψωμα του Περάματος. Έτσι μπόρεσε να δεί τις τριήρεις να ανακόπτουν ρυθμό και τους κωπηλάτες να λάμνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση φθάνοντας στην μέση της διαδρομής, χωρίς όμως να αναστρέφουν και την πλώρη τους. Σε λίγο κατάλαβε και γιατί γινόταν αυτό, αντικρύζοντας τα υψηλά και κατάφορτα πλοία του να κλυδωνίζονται από τον ελαφρό κυματισμό που και σήμερα για κάποιες ώρες κάθε μέρα επικρατεί στην περιοχή. Οι τοξότες δεν μπορούσαν πια να σημαδέψουν και η αριθμητική υπεροπλία είχε στην πράξη χαθεί, αφού ο χώρος δεν επέτρεπε την αντιπαράθεση σε αναλογία μεγαλύτερη του ενός εναντίον ενός. Δεν αρκούσε όμως αυτό το οδυνηρό θέαμα γι αυτόν, αφού σε λίγο είδε τα πλοία της δεύτερης γραμμής να μπερδεύονται μεταξύ τους προσπαθώντας να προωθηθούν για να αναπληρώσουν τις απώλειες. Οι τριήρεις, ευέλικτες κι ευκίνητες και με χαμηλό κέντρο βάρους, ανταποκρίνονταν σε κάθε συνθήκη χωρίς να ξεφεύγουν από την πειθαρχία που απαιτούσε η μάχη. Οι Αιγινήτες κρατούσαν με επιτυχία το δεξιό κέρας της ελληνικής παράταξης προξενώντας με τα έμβολά τους τεράστιες ζημιές στους Μήδους, ενώ δίπλα τους πολεμούσαν τον εχθρό οι 16 τριήρεις των Σπαρτιατών με επικεφαλής τον αρχιστράτηγο του συμμαχικού στρατοπέδου Ευρυβυάδη. Τα στρατεύματα από την Ανατολή για λίγες ώρες πολέμησαν με γενναιότητα, μέχρι οι 180 συνολικά αθηναϊκές τριήρεις να τρέψουν σε φυγή τους Φοίνικες. Από εκεί και πέρα η καταστροφή ήταν αναπόφευκτη, καθώς ο Περσικός στόλος επιχείρησε να διαφύγει προς την Κυνόσουρα: Tα ισχυρότατα έμβολα των τριήρεων, με επένδυση από χαλκό, έπεφταν πάνω στα καράβια του προκαλώντας καίρια πλήγματα. Αμέσως μετά την πρόσκρουση, με το παράγγελμα «ανέκρουε», οι κωπηλάτες έλαμναν με δύναμη προς τα πίσω για να βγάλουν το έμβολο και τα εχθρικά σκαριά γέμιζαν νερά. Μέχρι την δύση του ήλιου, η ναυμαχία είχε κριθεί: Διακόσια καράβια κείτονταν σπασμένα ή ημιβυθισμένα και χιλιάδες νεκροί Ασιάτες την αντίκρυζαν για τελευταία φορά.

Eπίλογος

Ο Ξέρξης ήταν ένας μικρός βασιλιάς: Μετά την ήττα κι ενώ είχε ακόμη την αριθμητική υπεροπλία στην θάλασσα, έφυγε φοβισμένος για την Ανατολή. Τα στρατεύματά του στην ξηρά, όσα κι αν ήταν, έμειναν χωρίς υποστήριξη χάνοντας αργότερα και την μάχη στις Πλαταιές. Το Αιγαίο έμεινε ελεύθερο στους Έλληνες που, αναθαρρημένοι, κέρδισαν κι άλλες ναυμαχίες. Η νικηφόρα έκβαση στην αντιπαράθεση με τους Μήδους επέτρεψε στον ελληνισμό να ανθίσει και να δημιουργήσει τα όσα ανυπέρβλητα όλοι γνωρίζουμε. Οι Αθηναίοι βγήκαν οι πιο ωφελημένοι από αυτές τις συγκρούσεις, καθώς για δεκαετίες ηγήθηκαν στον ελληνικό κόσμο. Η δική τους τριήρης, η πιο ισχυρή που εμφανίστηκε ποτέ, ήταν ο βασικός παράγοντας της μετέπειτα παντοδυναμίας της στο Αιγαίο. Όμως μια τριήρης επίσης, η ιερή για εκείνους «Πάραλος», ήταν αυτή που τους έφερε και την είδηση της εξουδετέρωσης του αθηναϊκού στόλου στους Αιγός ποταμούς το 405 π.Χ.: Ήταν νύχτα όταν το καράβι έφθασε στον Πειραιά και τα νέα ταξίδεψαν ως την Αθήνα από στόμα σε στόμα, μέσω των φρουρών στα Μακρά Τείχη. Οι Σπαρτιάτες είχαν οριστικά γείρει την πλάστιγγα του Πελοποννησιακού πολέμου στην δική τους πλευρά. Κανείς δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδι -το τελευταίο ένδοξο της λαμπρής πόλης- κι όλοι έκλαψαν πικρά. Δεν σώθηκαν ούτε καν τα έμβολα των τριήρεων, που η ναυτική τιμή ήθελε να επιστρέφουν στην πατρίδα με κάθε δυνατό τρόπο όταν το καράβι χανόταν. Από τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού τα ίχνη των εξαιρετικών πολεμικών πλοίων σχεδόν χάθηκαν, με αποτέλεσμα η πληροφόρησή μας να συμπληρωθεί με αργό ρυθμό και με κόπο. Πριν λίγα χρόνια ναυπηγήθηκε στην Ελλάδα το πιστό αντίγραφο μιας αθηναϊκής τριήρους, με την βοήθεια του ιστορικού Τζ. Μόρισον και του ναυπηγού Τζ. Κόουτς. Η κατασκευή της έγινε με διαφορετική ξυλεία από εκείνη των κλασικών χρόνων, αφού η ποιότητα του πεύκου που τότε χρησιμοποιούσαν δεν υφίσταται πλέον. Η «Ολυμπιάδα», όπως ονομάστηκε, ανήκει τιμητικά στο Πολεμικό Ναυτικό και αυτόν τον καιρό βρίσκεται στον Ναύσταθμο για συντήρηση.

Ανδρών επιφανών...

Ο Τύμβος των Σαλαμινομάχων, όπου αναπαύθηκαν αρκετοί από τους πεσόντες εκείνης της μέρας, δεν συμπεριλήφθη στο πρόγραμμα αναβάθμισης μνημείων για την Ολυμπιάδα του 2004. Βρίσκεται καταφρονημένος στα Αμπελάκια, ανάμεσα σε διάφορα διαλυτήρια πλοίων κι ίσως ακόμα να έχει καρφωμένη πάνω του την πινακίδα που γράφει «απαγορεύεται η είσοδος, ιδιωτική περιοχή». Όμως ούτε αυτό έχει σημασία αφού, όπως μας δίδαξαν οι πρόγονοί μας, «ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος».

ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΤΡΙΗΡΗΣ
Μορφή:
Κωπήλατη «μακρά ναύς» με δύο ανισομεγέθεις ιστούς και αντίστοιχα τετράγωνα πανιά, υπερυψωμένη πρύμνη, ρηχή καρίνα και έμβολο με μεταλλική επένδυση για πολεμική χρήση.
Μέγιστο μήκος:
37 μέτρα
Μέγιστο πλάτος:
5,20 μέτρα
Βύθισμα:
1,50 μέτρα
Εκτόπισμα:
70 τόνοι
Kωπηλάτες:
170
Μήκος κουπιών:
4,20 μέτρα
Πλήρωμα:
35 οπλίτες και τοξότες
Διοίκηση:
1 τριήραρχος, 9 αξιωματούχοι
Πηδαλιούχηση:
Δύο πρυμναία μεγάλου μεγέθους και πλάτους κουπιά
Mέση ταχύτητα:
7,5 κόμβοι
Ανώτατη ταχύτητα:
12 κόμβοι
Άγκυρες:
Δύο λίθινες από πέτρωμα Μεθάνων, σχήματος κόλουρης πυραμίδας, με διαμπερή οριζόντια οπή στην κορυφή.

η γωνιά της ιστορίας

.