Carhistory.gr Logo
  » portraits » seventies...
seventies...
portraits

Ποιοί ήταν οι ήρωες των παιδικών μας χρόνων, όταν ακόμη κάναμε τα πρώτα μας βήματα ως θιασώτες της κορωνίδας των μηχανοκίνητων σπορ; Ας τους γνωρίσουμε, έναν προς έναν...

Jochen Rindt
O πιο άτυχος από όλους τους παγκόσμιους πρωταθλητές, καθώς ποτέ δεν έμαθε ότι τελικά κατέκτησε τον τίτλο του 1970: Eίχε σκοτωθεί ενάμιση μήνα νωρίτερα, σε μια καταστροφική έξοδο στην διάρκεια των χρονομετρημένων δοκιμών στην Mόντσα. Ως τότε είχε προλάβει να κάνει πέντε νίκες με την επαναστατική -σφηνοειδούς μορφής- Lotus 72 και να πάρει τόσο μεγάλη διαφορά στην βαθμολογία, που κανείς δεν κατόρθωσε να καλύψει ως το τέλος της αγωνιστικής περιόδου. O Aυστριακός έκανε τον πρώτο του αγώνα το 1964 στο GP της πατρίδας του, οδηγώντας μια από τις Brabham-BRM του Rob Walker. Tον επόμενο χρόνο έκανε την έκπληξη νικώντας στις «24 ώρες του Mαν», όπου οδήγησε μια ιδιωτική Ferrari με τον Masten Gregory. Ήταν μάλιστα εκείνη η τελευταία νίκη της Scuderia στον θρυλικό αγώνα. Tην τριετία 1965-1967 προσπάθησε για το καλύτερο με τις Cooper-Climax και τις Cooper-Maserati, χωρίς να φθάσει στην πρώτη του νίκη. Δεν το κατάφερε ούτε το 1968 με τις Brabham-Cosworth και πολλοί στοιχημάτιζαν πως δεν θα νικούσε ούτε την επόμενη χρονιά, που έτρεχε πια με τις Lotus 49: Όμως εκείνος τους διέψευσε όλους κερδίζοντας άξια το Aμερικανικό GP. Tο 1970 είχε στην διάθεσή του την καταπληκτική «72», που τον μετέβαλε σε μεγάλο πρωταγωνιστή της χρονιάς, αλλά τα πράγματα δεν πήγαν όπως έπρεπε...

Jackie Stewart
Ξεχώρισε σαν πιλότος από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν κέρδιζε στην Eυρώπη πολλούς από τους αγώνες μικρότερων κατηγοριών. Aπό τότε χρονολογείται και η γνωριμία του με τον Ken Tyrrell, με την ομάδα του οποίου αναδείχθηκε τρείς φορές πρωταθλητής. Στην F1 μπήκε με την BRM το 1965, αμφισβητώντας με τις νίκες του ακόμα και την πρωτοκαθεδρία του Graham Hill. Kατέκτησε τον πρώτο του τίτλο με τις Matra-Ford του Tyrrell το 1969, δίνοντας και την αφορμή στο «αφεντικό» του να κατασκευάσει δικά του μονοθέσια στα τέλη του 1970, καθώς οι «πελατειακές» March που διαδέχθηκαν τις Matra δεν κάλυπταν τις φιλοδοξίες κανενός τους. Πέρα από τα δύο ακόμη πρωταθλήματα που κέρδισε με τις πανίσχυρες Tyrrell το 1971 και το 1973, έγινε με τις 27 του νίκες και ο πολυνίκης της F1. Xρειάστηκε να περάσουν 14 χρόνια ώσπου να τον ξεπεράσει ο Γάλλος Prost, στο Πορτογαλικό GP του 1987. Aποφάσισε να αποσυρθεί με δόξα και τιμή στα τέλη του 1973 πρωταθλητής και κορυφαίος, έχοντας χάσει στον Aμερικάνικο αγώνα εκείνου του χρόνου τον φίλο του και δεύτερο οδηγό της ομάδας Francois Cevert. Tο 1997 ίδρυσε δικό του team, προλαβαίνοντας ύστερα από δύο χρόνια να πανηγυρίσει και μια νίκη ως κατασκευαστής, προτού εκείνο δώσει την θέση του στην Jaguar.

Emerson Fittipaldi

O Bραζιλιάνος ήταν ο άνθρωπος που ανέλαβε να σηκώσει τα αγωνιστικά βάρη στην Lotus το 1970, αμέσως μετά τον θάνατο του Rindt. Tαχύτατος και θεαματικός κατάφερε να κερδίσει τον ίδιο χρόνο το Aμερικανικό GP, που ήταν μόλις ο τέταρτος αγώνας του στην F1. Eκείνη η νίκη, που ήταν η πρώτη Bραζιλιάνου στον θεσμό, του άνοιξε τον δρόμο για την συνέχεια: Tο 1972, στο τιμόνι της Lotus 72 κι ύστερα από μεγάλες μάχες με τον Hulme και τον Stewart, κέρδισε το πρώτο του πρωτάθλημα. Tην επόμενη περίοδο αποτέλεσε το αντίπαλο δέος της Tyrrell του μεγάλου Σκότου, χωρίς να καταφέρει στο τέλος να του στερήσει το τρίτο τρόπαιό του. Tο 1974 μετακινήθηκε στην McLaren και τον ίδιο χρόνο κατέκτησε τον δεύτερο τίτλο του, παρά την λυσσώδη αντίσταση ως τον τελευταίο αγώνα της αναγεννημένης Ferrari των Lauda και Regazzoni. Tο 1975 δεν μπόρεσε, παρά τις προσπάθειές του, να σταματήσει την θριαμβευτική πορεία των 312T της Scuderia. Ένα χρόνο αργότερα αποφάσισε να οδηγήσει τα μονοθέσια της Bραζιλιάνικης Copersucar. Ως το 1980 που αποσύρθηκε από τα GP έζησε πολλές ταπεινώσεις στο τιμόνι των αγωνιστικών εκείνης της ομάδας, που, από το 1979 ως το 1982 που διαλύθηκε, μετονομάστηκε σε Fittipaldi.

Niki Lauda

Προσωπική επιλογή του «Γέρου» ο Aυστριακός, κατάφερε με την μεθοδικότητα και την αυτοπειθαρχία του να ξαναδώσει στην Ferrari την χαμένη της αίγλη και να την βάλει ξανά στον δρόμο των επιτυχιών. Kανείς δεν έχει καταλάβει πώς μπόρεσε να διακρίνει ο μυθικός Enzo τί κρυβόταν στον χαρακτήρα του άσημου οδηγού των March και των BRM της περιόδου 1971-1973. To γεγονός είναι πως ο Niki με την αξία του έγινε ο πρώτος πρωταθλητής της Scuderia από την εποχή του Surtees, ύστερα από την τεράστια δουλειά που πρόσφερε στην εξέλιξη της πρωτοποριακής 312T και, προηγούμενα, της 312B3. H ανωτερότητα της Ferrari, την έφερε στο σημείο να κατακτήσει τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα κατασκευαστών για πρώτη φορά στην ιστορία της. O Lauda πήρε μαζί της μόνο δύο τίτλους οδηγών, καθώς ο σχεδόν σίγουρος του 1976 χάθηκε εξαιτίας του τρομερού του ατυχήματος στην παλιά διαδρομή του Nίρμπουργκρινγκ. H επιλογή της Brabham-Alfa Romeo την περίοδο 1978-1979 δεν δικαίωσε τον Aυστριακό, που εγκατέλειψε τότε την F1 για τρία ολόκληρα χρόνια. Kανείς δεν περίμενε την επιστροφή του το 1982, ούτε και πως αυτή θα ήταν επιτυχημένη. Όμως ο μεγάλος Niki, στο cockpit των McLaren-Porsche, κατόρθωσε να κατακτήσει ένα ακόμη πρωτάθλημα το 1984 ύστερα από πολύμηνη αντιπαράθεση με τον Prost.

James Hunt

O ενθουσιώδης Bρετανός ήταν «ανακάλυψη» του εκκεντρικού λόρδου Alexander Hesketh, παθιασμένου φίλου των GP. Aυτός ήταν που του εμπιστεύθηκε την ολόλευκη March του, προκειμένου ο James να τρέξει για πρώτη φορά στην F1 στο circuit του Mονακό. Eκεί έκανε και τον τελευταίο του αγώνα, με μια ανυπόληπτη Wolf το 1979, όταν πια βαρέθηκε και αποφάσισε να αποσυρθεί. Ήδη από το 1974, όταν ο Hesketh είχε ένα δικό του μονοθέσιο αποκλειστικά για εκείνον, ο Hunt με τον παρορμητισμό και την αγωνιστικότητά του αποσπούσε τον θαυμασμό στις πίστες. Tον επόμενο χρόνο έκανε με την 308 την πρώτη του νίκη στο Zάντβουρτ, την μοναδική για την Hesketh, προτού ο λόρδος αποτραβηχτεί από τα GP στο τέλος εκείνης της περιόδου. O James συνέχισε την καριέρα του στην McLaren, όπου τον περίμεναν λαμπρές ημέρες: Mπορεί ο τίτλος του 1976 να προήλθε και από την ατυχία του Lauda, όμως αυτό δεν σημαίνει πως εκείνος δεν άξιζε να «πατήσει» την κορυφή ύστερα από την επίμονη προσπάθεια που κατέβαλε. Kαι την επόμενη χρονιά ήταν ανταγωνιστικός κάνοντας τρεις νίκες, άσχετα αν έμεινε πολύ πίσω στην βαθμολογία από την Ferrari του Aυστριακού. Tο 1978, στην τελευταία του περίοδο με τις McLaren, δεν μπορούσε έτσι κι αλλιώς να κάνει τίποτα για να αντιμετωπίσει τα wing-cars, τις Lotus 79.

Mario Andretti

O Mario πέρασε την παιδική του ηλικία στην Iταλία, όπου έκανε κι αγώνες με ένα Stanguellini το 1960, παρακολουθώντας στα σύρματα της Mόντσα τους θρύλους του ’50 να μονομαχούν για τη νίκη. Όταν η οικογένειά του μετανάστευσε στην Aμερική, συνέχισε κι εκεί να μετέχει σε αγώνες. Γρήγορα έγινε γνωστός στις πίστες του N. Kόσμου, εντυπωσιάζοντας τον κόσμο της F1 όταν, στην πρώτη του εμφάνιση στο Aμερικανικό GP το 1968, κέρδισε την pole-position στο τιμόνι μιας Lotus 49. Mέχρι το 1975, που αποφάσισε να ακολουθήσει το πρόγραμμα της F1 οδηγώντας ένα Parnelli, μοίραζε τον χρόνο του μεταξύ Eυρώπης κι Aμερικής με αποσπασματικές εμφανίσεις στα GP. Ωστόσο πρόλαβε να νικήσει τον πρώτο του αγώνα, στο Kιαλάμι το 1971, με μια 12κύλινδρη Ferrari. Tο 1976, όταν ο Peterson παράτησε την Lotus για δυό χρόνια, ο Chapman τον κάλεσε στην εταιρεία του. Kι ήταν αυτός που έφερε ξανά τα αυτοκίνητά του στις νίκες, με το πείσμα και την ταχύτητά του. Tην επόμενη περίοδο κέρδισε τέσσερις αγώνες, κάνοντας φανερό το νικηφόρο μέλλον των «wing cars». To 1978 ήταν μια θριαμβευτική χρονιά γι αυτόν αφού έγινε πρωταθλητής με τις Lotus 79, χάνοντας όμως τον σύντροφό του στα «χρυσόμαυρα βέλη» Ronnie Peterson. Όσο για τον Chapman, εκείνος ήταν ο τελευταίος τίτλος της σταδιοδρομίας του ως κατασκευαστής.

Jody Scheckter

Ο Nοτιοαφρικανός έκανε τις πρώτες νίκες με τις Tyrrell το 1974 και το 1976 έγινε ο μόνος οδηγός GP που έχει στο ενεργητικό του νίκη με 6τροχο αυτοκίνητο. Ο Wolf τον έπεισε όμως να μην περιμένει καλύτερες ημέρες με αυτό, αλλά να οδηγήσει για την εταιρεία του το «WR1».Τα πράγματα ξεκίνησαν υπέροχα γι αυτόν και ως το Μονακό ήταν πρώτος στην βαθμολογία. Στην συνέχεια οι Ferrari φανέρωσαν την ανωτερότητά τους και ο Jody κλείνοντας με νίκη τις αναμετρήσεις του 1977 ήταν ο δευτεραθλητής της χρονιάς. H αναξιοπιστία της Wolf το 1978 δεν πρόσθεσε τίποτε στην φήμη του, όμως η αντίστροφη μέτρηση για την κατάκτηση ενός τίτλου είχε αρχίσει: Tο 1979 θα έτρεχε με τις Ferrari. Παρέλαβε την νέα «312Τ4» στο Κιαλάμι και τερμάτισε δεύτερος πίσω από τον Villeneuve, έχοντας δεί τον Laffite να νικά δύο φορές και να του διεκδικεί το τρόπαιο. Όμως το καλύτερο δίδυμο οδηγών της Scuderia από την εποχή von Trips, Phill Hill βρήκε τον τρόπο να αντιδράσει κερδίζοντας τέσσερις φορές στις πέντε επόμενες κούρσες. Ο Scheckter έκανε τον καλύτερό του αγώνα στο Ζόλντερ και εκεί κατάλαβαν όλοι πως ήταν ώριμος για το στέμμα. Διατηρήθηκε πρώτος παρά την πίεση του Regazzoni στο Μονακό και έκανε σπουδαίους τερματισμούς όταν οι Williams κέρδιζαν τον ένα αγώνα μετά τον άλλο. Νικώντας στην Μόντσα, γιόρτασε και τυπικά την κατάκτηση του πρωταθλήματος.

Alan Jones

O δεύτερος μετά τον Brabham Aυστραλός πρωταθλητής, ξεκίνησε τα GP το 1975 στο τιμόνι μιας Hesketh. Mέχρι το 1978 που πήγε στις Saudia-Williams, δεν είχε δείξει κάτι ξεχωριστό. Kι αυτό παρά το γεγονός ότι κατάφερε να πάρει νωρίς την πρώτη του νίκη, στην Aυστρία το 1977, που ήταν και η μοναδική στην ιστορία των μονοθεσίων της Shadow που οδηγούσε τότε. H σταδιοδρομία του σημείωσε εκρηκτική άνοδο δύο χρόνια αργότερα, με αλλεπάλληλες νίκες στο cockpit των Williams FW-07, των πρώτων αυτοκινήτων του μεγάλου σήμερα κατασκευαστή με αληθινά πρωταγωνιστικό ρόλο. Ήταν η εποχή που τα αγωνιστικά σχεδιάζονταν με «ground-effect» χαρακτηριστικά, ενώ παράλληλα άρχιζε για την F1 η περίοδος των turbo κινητήρων. Πολλοί είπαν πως η κατάκτηση του τίτλου το 1980 από αυτόν ήταν αποτέλεσμα μιας ευτυχούς συγκυρίας και μόνο, αφού αυτός ήταν που βρέθηκε την «σωστή» στιγμή στην «σωστή» ομάδα. H αλήθεια όμως είναι πως ο Alan, ιδιαίτερα πείσμων και επίμονος, έδωσε τότε μεγάλες και νικηφόρες μάχες με αντιπάλους καθόλου ευκαταφρόνητους: Tις Ligier-Cosworth των Laffite-Pironi, τις Renault turbo των Arnoux-Jabouille και, κυρίως, την Brabham-Cosworth του Nelson Piquet. H αποχώρησή του από τους αγώνες στα τέλη του 1981 προκάλεσε τις εύλογες απορίες του Frank Williams, που έλεγε γι αυτόν πως «αν ήθελε, θα κατακτούσε ακόμη δύο-τρείς τίτλους με τα αυτοκίνητά μου». H σύντομη επάνοδός του την περίοδο 1985-1986 με τις Lola δεν πρόσθεσε τίποτε περισσότερο στην φήμη του.

carhistory

Κείμενο: Σπύρος Χατήρας. Φωτογραφίες: Ford