Carhistory.gr Logo
  » auto stories » ΙΣΤΟΡΙΑ » Τα πλοία του Βυζαντίου
Τα πλοία του Βυζαντίου
ΙΣΤΟΡΙΑ

Τα καράβια που για πολλούς αιώνες εξασφάλισαν την κυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στις ελληνικές θάλασσες και την Μεσόγειο.

Η ναυτική ιστορία του Βυζαντίου ξεκινά με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (331 μ.Χ.) και την αναγόρευσή της σε πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς ο Μέγας Κωνσταντίνος φρόντισε η νέα πόλη να έχει άρτιες λιμενικές εγκαταστάσεις. Ο μετέπειτα Άγιος της χριστιανικής θρησκείας μερίμνησε για λιμάνι και στην Θεσσαλονίκη, αντιλαμβανόμενος την στρατηγική σημασία της νύμφης του Θερμαϊκού για το μέλλον του κράτους. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, οι διάδοχοί του, δημιούργησαν στον Κεράτιο κόλπο και στην Προποντίδα ένα καλά οργανωμένο δίκτυο από τεχνητά λιμάνια, που αποδείχθηκαν σπουδαία για την οικονομική και κοινωνική ζωή της καρδιάς της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η τέχνη της ναυπήγησης αλλάζει
Μέσα σε φυσικά οχυρωμένους όρμους και κολπίσκους, κοντά σε μεγάλα δάση για την απρόσκοπτη εξεύρεση της κατάλληλης ξυλείας, ναυπηγούνταν τα πολεμικά και εμπορικά καράβια της εποχής (οι μικρές αυτές τοπικές εγκαταστάσεις κατασκευής πλοίων έμειναν γνωστές ως τις ημέρες μας ως αρσανάδες ή ταρσανάδες). Η αρχαία ελληνική μέθοδος χτισίματος πλεουμένου φαίνεται πως παρέμεινε αναλλοίωτη ως τον 7ο μ.Χ. αιώνα, αφού οι πρώτες ενδείξεις που έχουμε για αλλαγή αυτής της τεχνικής προέρχονται από ένα ναυάγιο εκείνων των χρόνων, στην ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτό παρατηρήθηκε η υιοθέτηση μιας μικτής τεχνικής, όπου μετά την καρένα και την τοποθέτηση μικρού αριθμού μαδεριών του πετσώματος καρφώνονται νομείς (στραβόξυλα), στους οποίους στηρίζεται το υπόλοιπο πέτσωμα. Η επόμενη κατασκευαστική αλλαγή τεκμηριώθηκε από τους ιστορικούς σε ένα ναυάγιο του 11ου αιώνα, που βρέθηκε στην θαλάσσια περιοχή του Μαρμαρά
: για την εξοικονόμηση ξυλείας και για να μειωθεί το βάρος των σκαφών, εγκαταλείφθηκε η σύνδεση του πετσώματος των μαδεριών με μόρσα, αφού τα πλοία χτίζονταν πλέον πάνω σε νομείς και καλαφατίζονταν (η τεχνική αυτή συνεχίζεται και στις ημέρες μας). Παράλληλα όμως, από τα χρόνια εκείνα και μετά, τα πολεμικά καράβια του στόλου κατασκευάζονταν μόνο στα ναυπηγεία της Κωνσταντινούπολης και στα καλά οχυρωμένα πλησιέστερα λιμάνια, λόγω του σταδιακού περιορισμού των γεωγραφικών ορίων του Βυζαντινού κράτους.

Τα πανιά

Τα εμπορικά πλοία της Βυζαντινής εποχής ταξίδευαν στη θάλασσα κατά κύριο λόγο με τα πανιά τους. Σε αποχρώσεις του πράσινου, του κόκκινου και του κίτρινου, τα πανιά ήταν καμωμένα από λινάρι και είχαν τετράγωνο σχήμα. Από τον 6ο αιώνα μ.Χ. ξεκίνησε η χρήση και του τριγωνικού σχήματος, που σε συνδυασμό με τα τετράγωνα για τα μεγάλου μεγέθους σκάφη εξασφάλιζε αισθητά καλύτερα δεδομένα πλεύσης. Τα μικρότερα πλοία και οι βάρκες υιοθέτησαν αποκλειστικά το τριγωνικό πανί ως τις αρχές περίπου του 20ου αιώνα, που ο άνεμος ως κύρια κινητήρια δύναμη έδωσε τη θέση του στον ατμό.

Τα πολεμικά καράβια

Το κύριο πολεμικό πλοίο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν ο ευκίνητος και ελαφρύς δρόμωνας, με διαστάσεις παραπλήσιες με εκείνες των τριήρεων (μήκος 40 –50 μ. βύθισμα 5 μ., πλάτος 7 μ.). Το σκάφος που ανέλαβε το κύριο βάρος των ναυτικών αγώνων στη Μεσόγειο ήταν γνωστό και ως σιφωνοφόρο ή κακκαβοπυρφόρο, ανάλογα με τα οπλικά συστήματα που διέθετε, από τα οποία το πιο γνωστό είναι το υγρό πυρ. Πέρα από αυτό όμως ήταν εφοδιασμένο και με άλλου είδους μηχανές πολέμου, όπως για παράδειγμα οι τοξοβολίστρες και τα ξυλόκαστρα. Οι βαριού τύπου δρόμωνες έφεραν σε κάθε πλευρά δύο σειρές από 25 κουπιά, τα οποία χειρίζονταν κωπηλάτες, ο αριθμός των οποίων μπορούσε να φθάσει τα 230 άτομα. Η χρήση των ιστίων, για την κίνηση του πλοίου, είχε μόνο βοηθητικό χαρακτήρα. Όλα τα σκάφη διέθεταν έμβολο, δύο πύργους και καταστρώματα, καθώς και ξυλόκαστρα, συνήθως γεμάτα με χύτρες που περιείχαν ασβέστη. Το υγρό πυρ, που παρασκευαζόταν σε λέβητες μέσα στο πλοίο, εκτοξευόταν από σωλήνες που κατέληγαν στα ακρόπρωρά του. Στο στόλο του Βυζαντικού ναυτικού συμπεριλαμβάνονταν ακόμη οι πάμφυλοι (με μήκος μικρότερο από τους δρόμωνες), οι γαλέες (για καταδρομικές επιχειρήσεις), τα χελάνδια (για την μεταφορά στρατευμάτων και ιππικού), δρόμωνες με μονές σειρές κουπιών (για ανιχνεύσεις) και τα βοηθητικού χαρακτήρα σανδάλια. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για τα δρομώνια, που είχαν τη βάση τους στο λιμάνι του Βουκολέοντα: τα πολυτελή ταχύπλοα των λαμπερών αυτοκρατόρων αποτελούσαν μια παραλλαγή του δρόμωνα, σε μικρότερες και σαφώς πιο βελτιωμένες εκδόσεις.

Η οργάνωση του στόλου

Η ναυτική δύναμη του Βυζαντίου αποτελείτο από πέντε μεγάλους σχηματισμούς, τα πλώιμα, όπως σήμερα θα λέγαμε οι στόλοι. Αυτά ήταν οργανωμένα σύμφωνα με το επιτυχημένο –γι αρκετούς αιώνες, όπως αποδείχθηκε- θεματικό σύστημα, που στην στεριά εκφράστηκε ιδανικά στην επική μορφή και τον μύθο του Διγενή Ακρίτα. Κυρίαρχο πλώιμο είναι το Βασιλικό, που ελλιμενιζόταν στον Κεράτιο κόλπο και για πολλούς υπήρξε το πιο αξιόμαχο της Βυζαντινής ναυτοσύνης. Οι υπόλοιποι τέσσερις σχηματισμοί είχαν έδρα την Σάμο, την Ρόδο, το Βόρειο Αιγαίο και τις Κυκλάδες. Πλεονέκτημά τους η ταχύτατη επάνδρωση, όποτε το υπαγόρευαν οι περιστάσεις, από τους -αμιγώς ελληνικούς- πληθυσμούς που ζούσαν και δημιουργούσαν στα νησιά και στα παράλια του Αιγαίου πελάγους.

  Οι ναυτικοί αγώνες    

Ως τον 7ο μ.Χ. αιώνα η κυριαρχία της ανατολικής αυτοκρατορίας δεν είχε αμφισβητηθεί από κανέναν και η Μεσόγειος μπορούσε τότε να χαρακτηριστεί χωρίς υπερβολή ως Βυζαντινή θάλασσα. Τα πλοία παρελάμβαναν χωρίς προβλήματα από κάθε γωνιά της επικράτειας εμπορεύματα και προϊόντα, για να μεταφέρουν στην συνέχεια στην Βασιλεύουσα και να κινηθεί ανάλογα ο τροχός του εμπορίου. Η επέκταση των Αράβων στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής άλλαξε τους συσχετισμούς, αφού οι τελευταίοι για τα επόμενα 300 χρόνια διεκδίκησαν όποτε και όπως μπορούσαν την κυριαρχία στη θάλασσα. Από τον 7ο ως τον 10ο αιώνα, παράλληλα με τους σκληρούς αγώνες ενάντια στα αραβικά φύλα στην ξηρά διεξήχθησαν μεγάλες αναμετρήσεις και στο υγρό στοιχείο, ενώ στην Μεσόγειο άνθισε ξανά το φαινόμενο της πειρατείας που είχε να εμφανιστεί από την εποχή του Πομπηίου. Υπήρξαν και περιπτώσεις όπου, για να αντιμετωπιστούν οι πολλαπλοί κίνδυνοι, συγκροτήθηκαν εξαιρετικά μεγάλες ναυτικές δυνάμεις: 1.100 σκάφη αναφέρονται επί αυτοκράτορος Λέοντος Α’, ενώ ο Νικηφόρος Φωκάς ταξίδεψε το 961 μ.Χ. για την απελευθέρωση της Κρήτης με 3.300 πολεμικά πλοία (2.000 συνολικά ήταν οι δρόμωνες και τα χελάνδια εκείνης της εκστρατείας). Από τον 12ο μ.Χ. αιώνα, που οι Βενετοί και οι Γενουάτες επέκτειναν τις εμπορικές δραστηριότητες και τα συμφέροντά τους στο Αιγαίο, ο δραστικός χώρος του Βυζαντίου περιορίστηκε αισθητά και η ισχύς του ναυτικού του άρχισε βαθμιαία να μειώνεται. Την εποχή εκείνη ήρθε στη Μεσόγειο -από την Κίνα μέσω των Αράβων- και υιοθετήθηκε από τους Βυζαντινούς το τιμόνι, με τη μορφή του ξύλου και ενσωματωμένο στην πρύμνη, καταργώντας τα κουπιά –τιμόνια που ως τότε χρησιμοποιούνταν στην ναυσιπλοία.

Υγρό πυρ

Άλλοτε υπερόπλο των Βυζαντινών και φόβητρο των αντιπάλων σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, με συνταγή που παρέμεινε τους αιώνες που πέρασαν ένα καλά κρυμμένο στρατιωτικό μυστικό, αφού κανείς ως σήμερα δεν γνωρίζει επακριβώς την σύστασή του. Όμως θειάφι, νίτρο, νάφθα, ασβέστης και πίσσα θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονταν ανάμεσα στα βασικότερα στοιχεία του. Εφευρέτης του ήταν ο μηχανικός Καλλίνικος, που γεννήθηκε το 620 μ.Χ. στην Ηλιούπολη της Συρίας και για τον βίο του οποίου ελάχιστα γνωρίζουμε, φαίνεται όμως πως στον ίδιο θα πρέπει να αποδοθεί περισσότερο η επινόηση του τρόπου εκτόξευσής του. Από τον 9ο αιώνα και για 300 περίπου χρόνια το υγρό πυρ χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα από το ναυτικό του Βυζαντίου, με εξαιρετική επιτυχία και αποφασιστική συμβολή στους πολεμικούς αγώνες, αφού αρκετές φορές έσωσε την Κωνσταντινούπολη και την Θεσσαλονίκη από την κατάληψη και την λεηλασία. Μάλιστα, ως την παύση της χρήσης του, κανένα εφεύρημα δεν κατόρθωσε να το αναχαιτίσει και να αποτελέσει το αντίπαλο δέος του.

Το τέλος…

Τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που προέκυψαν επί βασιλείας Ιωάννη Κομνηνού υπήρξαν καταλυτικά για το αξιόμαχο του Βυζαντινού στόλου, αφού καταργήθηκε το ταμείο ενίσχυσης και συντήρησής του, με αποτέλεσμα τα πλοία να αφεθούν να σαπίσουν. Το οριστικό τέλος ήρθε λίγο πριν την κατάληψη της Πόλης από τους Φράγκους, όταν ο διεφθαρμένος αυτοκράτορας Αλέξιος Γ’ Άγγελος πούλησε όσο -όσο ό,τι είχε απομείνει (κατάρτια, άγκυρες, άρμενα, ξυλεία και σχοινιά), προκειμένου να αντιμετωπίσει ένα μέρος από τα χρέη που είχε δημιουργήσει. Στην τελευταία περίοδο της Βυζαντινής ιστορίας (1261–1453), όπου η αυτοκρατορία περιορίστηκε εδαφικά στα όρια περίπου της Ανατολικής Θράκης, ουσιαστικά στόλος δεν υπήρχε…

 

η γωνιά της ιστορίας

Κείμενο: Σπύρος Χατήρας