Carhistory.gr Logo
  » motorbikes » Aermacchi Chimera
Aermacchi Chimera
motorbikes
H «χίμαιρα» της ιταλικής Aermacchi, με σχεδιασμό εμπνευσμένο από το ξεκίνημα της διαστημικής εποχής, ήταν από τις πιο όμορφες μοτοσικλέτες της δεκαετίας του '50. Όμως, η διαφορετικότητα δεν εγγυάται την επιτυχία...

Η εταιρεία Aermacchi με έδρα το Varese ιδρύθηκε από τον Giulio Macchi το 1912. Από τότε, κατασκεύασε με επιτυχία σημαντικό αριθμό εκπαιδευτικών, ακροβατικών, επιβατικών και μαχητικών αεροπλάνων, που χρησιμοποιήθηκαν ευρέως από την ιταλική αεροπορία και στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Στο πλαίσιο των ειρηνευτικών συνθηκών μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, το «Σχέδιο Μάρσαλ» περιόρισε την απασχόληση των κατασκευαστών αεροσκαφών στην Ιταλία και στη Γερμανία, απαγορεύοντάς τους και την παραγωγή προϊόντων στρατιωτικού χαρακτήρα. Αρκετά ήταν τότε τα εργοστάσια, και στις δύο χώρες, που δραστηριοποιήθηκαν σε διαφορετικούς βιομηχανικούς κλάδους για να επιβιώσουν. Η Aermacchi δεν αποτέλεσε την εξαίρεση και ήταν ένα από αυτά, ξεκινώντας την παραγωγή μοτοποδηλάτων, scooters και μικρών μοτοσικλετών. Κίνητρο, η μεγάλη ανάγκη της αγοράς για ένα φτηνό κι ευέλικτο μεταφορικό μέσο, για τις καθημερινές μετακινήσεις. Το κοινό των δύο τροχών είδε για πρώτη φορά τη Chimera την 1η Δεκεμβρίου του 1956, στην έκθεση μοτοσικλέτας του Μιλάνο. Δημιουργός της ήταν ο Alfredo Bianchi, που στις αρχές εκείνης της χρονιάς είχε αναλάβει επικεφαλής του τμήματος σχεδιασμού των μοτοσικλετών της Aermacchi και επρόκειτο για το πρώτο δείγμα γραφής του. Λίγες εβδομάδες πριν την επίσημη παρουσίαση, το μοντέλο είχε φιλοξενηθεί στις σελίδες δημοφιλών περιοδικών, τα οποία εκτίμησαν τον «ρέοντα» ομαλό σχεδιασμό του και το χαρακτήρισαν «κορυφαίο σε κομψότητα».

Οι ιδιαιτερότητες
Δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η Aermacchi χρησιμοποίησε στοιχεία από την αεροναυτική εμπειρία της στην κατασκευή του Chimera. Πέρα από την αποτύπωση του ξεκινήματος της εποχής των πυραύλων στην εξωτερική σχεδίασή του, ως κατασκευαστής αεροσκαφών η ιταλική εταιρεία ήταν εξοικειωμένη με τη χρήση του αλουμινίου και χρησιμοποίησε ευρέως το συγκεκριμένο υλικό στο μοντέλο της. Το σωληνωτό πλαίσιο, μέρη του μπροστινού πιρουνιού, το ρεζερβουάρ των καυσίμων με την πίσω ποδιά που φέρει το κάθισμα και το εμπρός φτερό ήταν κατασκευασμένα από φύλλο χάλυβα. Από εκεί και πέρα ο κύλινδρος και η κεφαλή του κινητήρα ήταν αλουμινένια, όπως το περίβλημα του μοτέρ και της μετάδοσης, το επάνω μέρος του εμπρός πηρουνιού, αλλά και της επένδυσης στο χώρο μεταξύ του ρεζερβουάρ και του τετράχρονου μηχανικού συνόλου. Τα χαλύβδινα τμήματα και ένα μέρος των επενδύσεων αλουμινίου ήταν λακαρισμένα, ενώ γυαλισμένο σε μεγάλο βαθμό ήταν και το περίβλημα του κινητήρα. Ο σωλήνας της εξάτμισης ήταν επιχρωμιωμένος και κατέληγε σε ένα σιγαστήρα, σχήματος πούρου. Η χωρητικότητα των 22 λίτρων της δεξαμενής καυσίμων ήταν ασυνήθιστα μεγάλη για μια μοτοσικλέτα αυτού του μεγέθους. Αυτό την επιβάρυνε, όταν με ρεζερβουάρ γεμάτο εκτός του οδηγού υπήρχε και επιβάτης. Ως εκ τούτου, ο κατασκευαστής συνέστηνε στους ιδιοκτήτες της να μην γεμίζουν περισσότερα από 15 λίτρα βενζίνης, για να αποφύγουν τους κραδασμούς. Πολλοί από αυτούς αφαιρούσαν σε μόνιμη βάση το δεξί κάλυμμα, επειδή οι εγκοπές εξαερισμού που έφερε ήταν μικρές σε μέγεθος και δυσχέραιναν τη λειτουργία του χωμένου πίσω από τις επενδύσεις καρμπιρατέρ. Μια μεγάλη ευκολία ήταν το κλειδί allen, με το οποίο προσέθετες ή αφαιρούσες όλα τα καλύμματα, επιλογή ασυνήθιστη τη δεκαετία εκείνη στα μηχανάκια.

Όνειρο απατηλό...
Η Chimera των 172 κ.εκ. απέδιδε λίγο περισσότερο από 10 ίππους στις 6.500 σ.α.λ., εξασφαλίζοντας τελική ταχύτητα 110 χλμ./ώρα. Το 1957 το μοντέλο ενισχύθηκε με το επίσης μονοκύλινδρο μηχανικό σύνολο των 246 κ.εκ., αυξάνοντας την ισχύ του στους 13,7 ίππους και ανεβάζοντας την ανώτατη ταχύτητα στα 120 χλμ./ώρα. Όμως, ούτε έτσι προέκυψε σημαντική επιτυχία στην αγορά, με τα πράγματα για την εταιρεία να πηγαίνουν καλύτερα μετά την παρουσίαση από τις αρχές της δεκαετίας του '60 των αντίστοιχου κυβισμού μοντέλων «Ala Rossa», «Ala Bianca», «Ala d'Oro» και «Ala Azzurra». Η «χίμαιρα» των 172 κ.εκ. σταμάτησε να κατασκευάζεται το 1960, αριθμώντας συνολικά μόλις 119 μονάδες παραγωγής. Η ώρα για την κατάργηση της έκδοσης των 246 κ.εκ. ήρθε το 1965, με τη συνολική παραγωγή της να καταγράφει 177 μονάδες. Κάποιες Aermacchi «Chimera» εξήχθησαν στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο, ποτέ όμως δεν έφτασαν στη Γερμανία, τουλάχιστον επίσημα.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

AERMACCHI CHIMERA 175
Kινητήρας: 4χρονος μονοκύλινδρος αερόψυκτος
Κυβισμός: 172,4 κ.εκ.
Διάμετρος x διαδρομή: 60 mm x 61 mm
Σχέση συμπίεσης: 7.0:1
Καρμπιρατέρ: Dell'Orto UB22 BS2
Ισχύς: 10,5 ίπποι στις 6.500 σ.α.λ.
Τελική μετάδοση: με αλυσίδα
Κιβώτιο ταχυτήτων: 4 σχέσεων
Ανώτατη ταχύτητα: 110 χλμ./ώρα
Μέση κατανάλωση: 2,75 λτ./100 χλμ.
Μήκος: 2.000 χλστ.
Πλάτος: 610 χλστ.
Ύψος: 1.000 χλστ.
Μεταξόνιο: 1.359 χλστ.
Φρένα εμπρός: ταμπούρα 160 χλστ.
Φρένο πίσω: ταμπούρο 140 χλστ.
Ελαστικό εμπρός: 2.50-17
Ελαστικό πίσω: 2.50-17
Βάρος: 122 κιλά
Περίοδος παραγωγής: 1956-1960
Μονάδες παραγωγής: 119

AERMACCHI CHIMERA 250
Kινητήρας: 4χρονος μονοκύλινδρος αερόψυκτος
Κυβισμός: 246,2 κ.εκ.
Διάμετρος x διαδρομή: 66 mm x 72 mm
Σχέση συμπίεσης: 7.1:1
Καρμπιρατέρ: Dell'Orto
Ισχύς: 13,7 ίπποι στις 6.500 σ.α.λ.
Τελική μετάδοση: με αλυσίδα
Κιβώτιο ταχυτήτων: 4 σχέσεων
Ανώτατη ταχύτητα: 120 χλμ./ώρα
Μέση κατανάλωση: 3 λτ./100 χλμ.
Μήκος: 2.000 χλστ.
Πλάτος: 610 χλστ.
Ύψος: 1.000 χλστ.
Μεταξόνιο: 1.359 χλστ.
Φρένα εμπρός: ταμπούρα 160 χλστ.
Φρένο πίσω: ταμπούρο 140 χλστ.
Ελαστικό εμπρός: 2.50-17
Ελαστικό πίσω: 2.50-17
Βάρος: 125 κιλά
Περίοδος παραγωγής: 1957-1965
Μονάδες παραγωγής: 177

credits

Source: motorcycleclassics.com, smokeandthrottle.com

Κείμενο: Σπύρος Χατήρας