Carhistory.gr Logo
  » racing » GRAND PRIX » Emeryson Climax FPF
Emeryson Climax FPF
GRAND PRIX

 

Αυτό το υπέροχο μικρό μονοθέσιο είναι ένα κομμάτι της ιστορίας των GP και το πιο πιθανό είναι πως θα συνεχίσει να προσκαλείται σε όλες τις ξεχωριστές εκδηλώσεις της Αυτοκίνησης.

Ο Paul Emery ήταν ένας αναγνωρισμένος οδηγός αγώνων στο βρετανικό σκηνικό των αρχών της δεκαετίας του '50, αλλά και δημιουργός αρκετών προσθιοκίνητων μονοθεσίων των δημοφιλών στο Μεγάλο Νησί κατηγοριών F2 και F3. Όλα τους έφεραν την ονομασία Emeryson και με την οικονομική συνδρομή του πρώην πιλότου των Cooper Alan Mann, κατάφεραν να καθιερώσουν τον Emery ως κατασκευαστή αγωνιστικών της F2. Το 1956 η Emeryson, παρά το μόνιμο πρόβλημά της που δεν ήταν άλλο από την ανεπαρκή χρηματοδότηση, έλαβε μέρος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της F1. Oδηγός του μονοθεσίου, με τον καθόλου ασυνήθιστο κωδικό «Mk1», ήταν ο ίδιος ο Paul Emery. Κάτω από το εμπρός καπό του αυτοκινήτου υπήρχε ένας τετρακύλινδρος κινητήρας της Alta, ο οποίος όσο καλός κι αν ήταν δεν μπορούσε να τα βάλει όχι μόνο με τις Ferrari και τις Maserati των 2.5 λίτρων, αλλά ούτε καν με τα πολύ πιο «προσγειωμένα» Connaught. Το αποτέλεσμα ήταν μηδέν βαθμοί στο παγκόσμιο πρωτάθλημα των οδηγών (τίτλος για τους κατασκευαστές ακόμη δεν υπήρχε) και αποχώρηση από τα GP ώσπου να έρθουν καλύτεροι καιροί, ίσως μαζί με έναν γενναιόδωρο χορηγό.

Οι Βέλγοι και ο Αμερικανός...
To 1961 η F1 μπήκε σε μια νέα εποχή, με τους κινητήρες των 1.5 λίτρων, αλλά και με την οριστική επικράτηση των αγωνιστικών με τον κινητήρα πίσω από τον οδηγό. Ακόμη και η Ferrari, η τελευταία της «εποχής των δεινοσαύρων» με τον κινητήρα μπροστά, έβαλε νερό στο κρασί της και την χρονιά εκείνη κέρδισε το πρωτάθλημα με την «156». Την ίδια περίοδο ο κόσμος των GP είδε ξανά τα Emeryson, αυτή τη φορά με τα μοτέρ της Climax. Τα αυτοκίνητα θαυμάστηκαν για τα τεχνικά τους πρότυπα και η βελγική αγωνιστική ομάδα «Ecurie Nationale Belge» ενδιαφέρθηκε γι αυτά. Τελικά, το φλερτ κατέληξε σε γάμο και τρία Emeryson «Mk2» αποκτήθηκαν από αυτήν. Στη συνέχεια βάφτηκαν στο κίτρινο χρώμα που αντιπροσώπευε το Βέλγιο στις πίστες, με τους 4κύλινδρους κινητήρες της Climax να δίνουν τη θέση τους στους αντίστοιχους της Maserati. Oδηγοί τους ήταν ο μετέπειτα νικητής των «24 ωρών» του Le Mans Lucien Bianchi, ο André Pilette και ο γνωστός από τις αρκετές συμμετοχές με ιδιωτικές Ferrari σε κάθε είδος αγώνων Willy Mairesse. Παρά την αξία αυτής της «τριπλέτας» και το οπωσδήποτε αξιόλογο μονοθέσιο, ένας συνδυασμός κακοτυχίας και αναίμακτων ατυχημάτων κράτησε την ομάδα μακριά από τις επιτυχίες. Στη συνέχεια η «Ecurie Nationale Belge» συνέχισε την αγωνιστική της δράση με τις Lotus «18», αυτοκίνητο που αποκόμισε πολλές δάφνες και με τα χρώματα της «Rob Walker Team», βγάζοντας τα Emeryson προς πώληση. Στη φάση αυτή ανέλαβε πρωτοβουλία ο Aμερικανός πιλότος Tony Settember, που έπεισε τον συμπατριώτη του Hugh Powell για τη χρηματοδότηση μιας ομάδας με τα μονοθέσια της Emeryson, με τα αυτοκίνητα όμως να φέρουν ξανά τους αρχικούς τους κινητήρες, της Coventry-Climax. Κάπως έτσι, φτάσαμε στο 1962.

Aintree 1962
To GP Μεγάλης Βρετανίας του 1962 έλαβε χώρα στο Aintree, στο αυτοκινητοδρόμιο που εφτά χρόνια νωρίτερα ο Moss με την Mercedes «W196» σημείωσε την πρώτη νίκη στη F1 πιλότου από τη Γηραιά Αλβιόνα. Ασφαλώς, στις αρχές της δεκαετίας του '60 οι συσχετισμοί είχαν αλλάξει και ήταν σύνηθες οδηγοί από το Μεγάλο Νησί να κερδίζουν αγώνες με μονοθέσια κατασκευασμένα στην πατρίδα τους. Η χρονιά εκείνη ήταν σχεδόν μονόλογος γι αυτούς, αφού η Ferrari είχε υποχωρήσει σημαντικά. Ο αγώνας του Aintree θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βαρετός, αφού ο Jim Clark με τη Lotus ήταν πρώτος από την αρχή μέχρι το τέλος. Το ίδιο ίσχυε και για τον John Surtees με την Lola-Climax, που ολοκλήρωσε στη θέση από την οποία ξεκίνησε, την δεύτερη. Την τρίτη θέση του βάθρου των νικητών κατέλαβε ο Bruce McLaren με το Cooper, εκμεταλλευόμενος τα προβλήματα που είχε ο Dan Gurney με τον συμπλέκτη της Porsche του (την ημέρα εκείνη οι Γερμανοί δεν ήταν στα καλύτερά τους, αν και προέρχονταν από νίκη στη Γαλλία, βλέποντας το δεύτερο μονοθέσιο της ομάδας τους με οδηγό τον Jo Bonnier να εγκαταλείπει). Από τα 21 αυτοκίνητα που ξεκίνησαν τον αγώνα, τα έξι είχαν 4κύλινδρο κινητήρα, αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο μια δική τους κατηγορία. Στον μεταξύ τους ανταγωνισμό, πρώτος αναδείχθηκε ο Jackie Lewis με Cooper-Climax, τερματίζοντας στην δέκατη θέση, τρεις γύρους πίσω από τον νικητή. Στην επόμενη θέση, την ενδέκατη, είδε την καρό σημαία ο Settember με το Emeryson «Mk2». Ήταν ένας αξιοπρεπής τερματισμός για το μονοθέσιο με αριθμό πλαισίου 1004, που σύμφωνα με τις μαρτυρίες είναι το μόνο που έχει διασωθεί ως τις ημέρες μας. Η συνέχεια, είναι η γνωστή για πολλές από τις ομάδες των αρχών της δεκαετίας του '60 και όχι μόνο. Το αγωνιστικό της Emeryson έπαιρνε περαιτέρω εξέλιξη και θα μπορούσε να φτάσει πολύ ψηλότερα, αν υπήρχαν οι οικονομικές δυνατότητες. Σχεδόν πάντα, οι ρομαντικές ιστορίες κλείνουν με τον ίδιο τρόπο: Έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου...

EMERYSON CLIMAX FPF CHASSIS 1004

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

23 Ιουλίου 1961: GP Solitude, Mike Spence, εγκατάλειψη
23 Σεπτεμβρίου 1961: Oulton Park Gold Cup, Jack Fairman, εγκατάλειψη
1 Οκτωβρίου 1961: Brands Hatch Lewis-Evans Trophy, Mike Spence 2ος
1 Απριλίου 1962: Heysel Brussels GP, John Campbell-Jones, 5ος
23 Απριλίου 1962: Goodwood Lavant Cup, Tony Settember, εγκατάλειψη
23 Απριλίου 1962: Goodwood Glover Trophy, Tony Settember, 8ος
28 Απριλίου 1962: Aintree 200, Tony Settember, 8ος
12 Μαΐου 1962: Silverstone International Trophy, Tony Settember, 14ος
20 Μαΐου 1962: Posillipo GP Napoli, Tony Settember, 9ος
11 Ιουνίου 1962: Crystal Palace CP Trophy, Tony Settember, 4ος
21 Ιουλίου 1962: Aintree British GP, Tony Settember, 11ος
1 Σεπτεμβρίου 1962: Oulton Park Gold Cup, Tony Settember, εγκατάλειψη
16 Σεπτεμβρίου 1962: Monza Italian GP, Tony Settember, εγκατάλειψη

credits

Source & photos: silverstoneauctions.com

Κείμενο: Σπύρος Χατήρας