Carhistory.gr Logo
  » airplanes » Fiat G.212
Fiat G.212
airplanes
Το αεροπλάνο που συνδέθηκε με την τραγωδία της Superga...

Το G.212 ήταν ένα τρικινητήριο αεροσκάφος χαμηλής πτέρυγας στρατιωτικών και επιβατικών μεταφορών με αναδιπλούμενο σύστημα προσγείωσης, που εμφανίστηκε στο προσκήνιο μετά τον πόλεμο, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '40. Πρόγονός του ήταν το ίδιας φιλοσοφίας «G.12», συγκρινόμενο με το οποίο διέθετε ευρύτερη άτρακτο και μεγαλύτερα φτερά. Το πρωτότυπο του αεροπλάνου, διαμορφωμένο στην έκδοση «CA» για στρατιωτικές μεταφορές, πέταξε για πρώτη φορά στις 19 Ιανουαρίου 1947. Tα πτητικά του χαρακτηριστικά άρεσαν στους άμεσα ενδιαφερόμενους και η Ιταλική Πολεμική Αεροπορία ήταν εκείνη που παρήγγειλε τα πρώτα έξι αεροπλάνα, εκ των οποίων χρησιμοποίησε τα δύο για εκπαιδευτικούς σκοπούς (κωδικοποιημένα ως «G.212 Aula Volante»). Συνολικά, απέκτησε ένδεκα ως το 1952. Το παράδειγμά της ακολούθησε σύντομα και η «Avio Linee Italiane», αγοράζοντας επίσης έξι και βάζοντας τα στα αεροπορικά δρομολόγια των κυριότερων ευρωπαϊκών προορισμών. Τέσσερα από αυτά τα αεροσκάφη μεταβιβάστηκαν αργότερα στην επίσης ιταλική «Ali Flotte Riunite», πριν το ένα τους αποκτηθεί από την «Arabian Desert Airlines» του Kuwait. Το τρικινητήριο αεροπλάνο της Fiat χρησιμοποιήθηκε επίσης από την αιγυπτιακή εταιρεία «SAIDE» (Services Aériens Internationaux d'Egypte), που αγόρασε τρία το 1948, αλλά και από την γαλλική «Cie Air Transport». Στην παρθενική του πτήση τον χειμώνα του 1947 το «G.212CA» χρησιμοποίησε τους αστεροειδείς κινητήρες «Tipo 128» της Alfa Romeo, ισχύος 860 ίππων έκαστος. Στη συνέχεια και στις δύο εκδόσεις του, την «G.212CP» που μπορούσε να ταξιδέψει έως 34 επιβάτες και στην «G.212TP» των στρατιωτικών μεταφορών, παραγόταν και με ισχυρότερα αστεροειδή μηχανικά σύνολα από την «Pratt & Whitney». Στις ημέρες μας, ένα τέτοιο αεροσκάφος εκτίθεται στο αεροπορικό μουσείο της Vigna di Valle, κοντά στη Ρώμη.

Το χρονικό της καταστροφής...
Στις 4 Μαΐου 1949 ένα Fiat G.212 με το διακριτικό «I-ELCE» της Avio Linee Italiane επέστρεφε με κακό καιρό από τη Λισαβώνα στο Τορίνο, έχοντας πραγματοποιήσει στάση για ανεφοδιασμό στην Βαρκελώνη, με εξέχοντες επιβάτες την ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης. Όμως, ένα λάθος στην πορεία του πιλότου στη φάση της προσέγγισης, σε συνδυασμό με την πυκνή ομίχλη και την χαμηλή νέφωση, μαζί με τις διακοπές στην ραδιοεπικοινωνία, έστειλαν το αεροπλάνο να συντριβεί σε έναν από τους τοίχους της βασιλικής που είναι κτισμένη στον ύψους 675 μέτρων λόφο της Superga. Δυστυχώς, δεν υπήρχαν επιζώντες. Οι 18 ποδοσφαιριστές της ομάδας, οι προπονητές τους, ο μεταφραστής και τρεις δημοσιογράφοι που κάλυπταν την αποστολή στην Πορτογαλία, καθώς και τα τέσσερα μέλη του πληρώματος, σκοτώθηκαν ακαριαία. Συνολικά, 31 άτομα έχασαν τη ζωή τους σε ένα ατύχημα χωρίς τη συμμετοχή του αεροπλάνου, που με τα σημερινά βοηθήματα πλοήγησης και καθοδήγησης των αεροσκαφών δεν θα είχε συμβεί ποτέ.

GRANDE TORINO

Tο τελευταίο βαλς

Στις 3 Μαΐου 1949 η ομάδα της Τορίνο βρισκόταν στη Λισαβώνα, για μια φιλικού χαρακτήρα αναμέτρηση με τη Μπενφίκα προς τιμήν του αρχηγού των αετών Τσίκο Φερέιρα, που επρόκειτο να κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Παράλληλα, ο αγώνας θα μπορούσε να είναι και μια γενική δοκιμή για το επόμενο Latin Cup. Η διοργάνωση που προηγήθηκε του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και που αφορούσε τις χώρες της Νότιας Ευρώπης (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) είχε μόλις διεξαχθεί για πρώτη φορά, με την Τορίνο να τα πηγαίνει πολύ καλά και να ολοκληρώνει το τουρνουά στην τρίτη θέση, νικώντας με 5-3 τη Ρεμς στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου. Για την επόμενη χρονιά οι Ιταλοί είχαν φιλοδοξίες, που έφταναν μέχρι την κατάκτηση του τροπαίου. Η Μπενφίκα θα ήταν ο πιο πιθανός τους αντίπαλος, σύμφωνα με την δυναμικότητά της, οπότε αυτό το παιχνίδι ίσως ήταν μια ευκαιρία να τη μάθουν καλύτερα.
Για την Τορίνο, όλοι έλεγαν πως έπαιζε το καλύτερο ποδόσφαιρο και σε κάθε επίσκεψή της στο εξωτερικό κέρδιζε το σεβασμό, συναίσθημα τόσο αναγκαίο για τον ταπεινωμένο από τον πόλεμο λαό της χώρας. Έτσι συνέβη και το καλοκαίρι του 1948, στη δεύτερη ύστερα από 34 χρόνια περιοδεία της στη Βραζιλία, όπου έπαιξε στο Πακαεμπού του Σάο Πάολο εναντίον της Κορίνθιανς. Η ομάδα έχασε με 2-1, μειώνοντας στο 81ο λεπτό με τον Γκαμπέτο, ωστόσο κέρδισε την καρδιά του κοινού χάρις στο επιθετικό της παιχνίδι. Ο αγώνας της 3ης Μαΐου ήταν πολύ καλός, καθώς σημειώθηκαν επτά γκολ και το θέαμα ευχαρίστησε όσους βρέθηκαν στις κερκίδες του Εθνικού Σταδίου της πρωτεύουσας της Πορτογαλίας. Οι αετοί της Λισαβώνας νίκησαν 4-3 την Γκράντε Τορίνο, με σκόρερς τους Μελάο (2), Αρσένιο και Ροζέριο. Τα τέρματα των Ιταλών σημείωσαν οι Οσόλα, Μποντζιόρνι και Μέντι, όλοι τους διεθνείς με την Εθνική Ιταλίας. Μετά τη λήξη της αναμέτρησης, οι υπεύθυνοι των δύο συλλόγων συζήτησαν για το ενδεχόμενο ενός επαναληπτικού αγώνα, στο Τορίνο αυτή τη φορά.

Σοκ σε ολόκληρο τον κόσμο...

...προκάλεσε η δυσάρεστη είδηση του χαμού της Grande Torino, συγκλονίζοντας την ποδοσφαιρική κοινωνία και όχι μόνο. Δύο ημέρες μετά την τραγωδία, περισσότεροι από 600.000 άνθρωποι αποχαιρέτισαν τους παίκτες και τους ανθρώπους της ομάδας που χάθηκαν μαζί τους, ενώ στη χώρα κηρύχθηκε τριήμερο πένθος. Η ομάδα της Μπενφίκα ήρθε τελικά λίγες ημέρες αργότερα, δυστυχώς όχι για εκείνο τον επαναληπτικό, αλλά για να αποδώσει τιμές παίζοντας ενάντια σε μια μικτή επιλέκτων Ιταλών. Το ίδιο έκανε και η Ρίβερ Πλέιτ του Αλφρέντο ντι Στέφανο, που από τότε και για αρκετά χρόνια διατήρησε στη δεύτερη εμφάνισή της το χρώμα της φανέλας της Γκράντε Τορίνο. Στην άλλη πλευρά του πλανήτη, στις 8 Μαΐου, η Κορίνθιανς έδωσε ένα φιλικό αγώνα με αντίπαλο την Πορτουγκέζε, στον οποίο εμφανίστηκε με γκρενά φανέλες προς τιμήν των αδικοχαμένων Ιταλών. Η βραζιλιάνικη ομάδα είχε ένα ακόμη λόγο να το κάνει αυτό, αφού το μακρινό 1914 η πρώτη ξένη ενδεκάδα που αντιμετώπισε ήταν η Τορίνο της εποχής εκείνης. Στους τέσσερις αγώνες που απέμεναν μέχρι τη λήξη του πρωταθλήματος η διοίκηση της Τορίνο κατέβασε στο γήπεδο την ομάδα των νέων, που και αυτή είχε χάσει τον προπονητή της στο δυστύχημα. Σε ένδειξη σεβασμού γι αυτούς που έφυγαν, οι ομάδες που αντιμετώπισαν την Τορίνο εμφανίστηκαν και εκείνες με αντίστοιχες ενδεκάδες, με αποτέλεσμα το ιταλικό πρωτάθλημα να κατακτηθεί για τέταρτη συνεχόμενη φορά από τον σκληρά χτυπημένο σύλλογο. Μόνο τρεις παίκτες γλίτωσαν το θάνατο, επειδή δεν βρίσκονταν στη μοιραία πτήση. Ο αμυντικός Μάουρο Σόσα έχασε το ταξίδι στην Πορτογαλία εξαιτίας τραυματισμού, ο Ούγγρος Λάζλο Κουμπάλα (με μεγάλη καριέρα μετέπειτα στη Μπαρτσελόνα, έμεινε εκτός αποστολής καθώς είχε αρρωστήσει το παιδί του) και ο Λουίτζι Τζουλιάνο που δεν πρόλαβε να βγάλει διαβατήριο. Από τη συνάντηση με το θάνατο διέφυγε και ο πρόεδρος Φερούτσιο Νόβο, που τον ταλαιπωρούσε μια ίωση και δεν συνόδευσε την αποστολή.

Πώς δημιουργήθηκε η Μεγάλη Τορίνο

Τις παραμονές του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου η Ιταλία ήταν μια μεγάλη ποδοσφαιρική δύναμη, έχοντας κατακτήσει τα δύο από τα τρία παγκόσμια κύπελα που είχαν διεξαχθεί μέχρι τότε. Την ίδια εποχή, πρόεδρος της Τορίνο ανέλαβε ο Φερούτσιο Νόβο. Μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη, οι εγχώριες ποδοσφαιρικές διοργανώσεις συνεχίστηκαν κανονικά, καθώς το καθεστώς Μουσολίνι ήθελε να δείξει πως η ζωή δε σταμάτησε στη χώρα. Τότε, με μεθοδικές κινήσεις και με μια ομάδα συνεργατών του ανοιχτή σε νέες ποδοσφαιρικές ιδέες, ο επικεφαλής της Τορίνο προχώρησε σε μια σειρά από επιτυχημένες μεταγραφές: To 1940 έφερε στην ομάδα τον Φράνκο Οσόλα από τη Βαρέζε, ενώ την επόμενη χρονιά απέκτησε μεταξύ άλλων τους Ρομέο Μέντι και Γκουλιέλμο Γκαμπέτο. Το καλοκαίρι του 1942 ήρθαν από τη Βενέτσια οι Έτζιο Λόικ και Βαλεντίνο Ματσόλα, που ως μέλη εκείνης της ομάδας είχαν κερδίσει την Τορίνο λίγο νωρίτερα, δείχνοντας τις δυνατότητές τους. Ο Νόβο δεν έχασε την ευκαιρία να τους αποκτήσει, ενώ ο δεύτερος (που είχε ξεκινήσει την καριέρα του ως μηχανικός της Alfa Romeo, παίζοντας και στην ποδοσφαιρική ομάδα του εργοστασίου) εξελίχθηκε σε φυσικό ηγέτη της Τορίνο. Οι κινήσεις αυτές έδωσαν άμεσα καρπούς, αφού την περίοδο 1942-1943 η ομάδα κατέκτησε και τους δύο εθνικούς τίτλους (πρωτάθλημα και κύπελο). Ήταν το δεύτερο πρωτάθλημα από το 1927-1928, ενώ η Τορίνο έγινε ο πρώτος ιταλικός σύλλογος που κατέκτησε double.

Στη συνέχεια τα πράγματα περιπλέκονται, αφού η απόβαση των Συμμάχων στην ιταλική χερσόνησο και η αναταραχή που ακολούθησε σε όλα τα επίπεδα, δεν επέτρεψαν τη διεξαγωγή ενιαίου πρωταθλήματος. Έτσι, οι διοργανώσεις εκείνης της ταραγμένης περιόδου, στις οποίες η Τορίνο διέπρεψε και πάλι, θεωρήθηκαν ανεπίσημες. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε τον τρόπο με τον οποίο γλύτωσαν τότε οι παίκτες των μεγάλων ομάδων τα δεινά του πολέμου και τη στράτευση, όντας προστατευόμενοι των πιο σημαντικών εργοστασίων της χώρας: Οι ποδοσφαιριστές της Γιουβέντους -για παράδειγμα- είχαν δηλωθεί ως εργαζόμενοι στη βιομηχανία Cisitalia του Πιέρο Ντούζιο, ενώ οι άσσοι της Τορίνο εργάζονταν για την οικογένεια Ανιέλι και τη Fiat.

Το πρωτάθλημα ξανάρχισε την περίοδο 1945-1946, ενώ η Τορίνο είχε ενισχυθεί περαιτέρω με την απόκτηση του τερματοφύλακα Βαλέριο Μπατσιγκαλούπο από τη Τζένοα, του Άλντο Μπάλαριν από τη Τριεστίνα, του Βιρτζίλιο Μαρόζο από την Αλεσάντρια, του Μάριο Ριγκαμόντι από τη Μπρέσια και του Εουσέμπιο Καστελιάνο από τη Σπέτσια. Το τέλος εκείνης της περιόδου βρήκε την ομάδα πρωταθλήτρια, χωρίς ήττα στην έδρα της και έχοντας επιτύχει τη μεγαλύτερη εκτός έδρας νίκη στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, συντρίβοντας τη Ρόμα με 7-0. Ως τον τραγικό επίλογο στη Σουπέργκα στο palmares της ομάδας προστέθηκαν άλλα τρία πρωταθλήματα, ανεβάζοντας τον αριθμό των συνεχόμενών της σε τέσσερα. Ο χαρακτηρισμός Γκράντε προστίθεται πλέον στην επωνυμία της ομάδας όλο και συχνότερα. Ο πιο επιβλητικός τίτλος της ήρθε την περίοδο 1947-1948, με 19 νίκες σε 20 αγώνες εντός έδρας, 125 γκολ και 65 βαθμούς (τους πιο πολλούς που πήρε ποτέ ιταλική ομάδα με το παλιό σύστημα, που έδινε δύο βαθμούς στη νίκη). 



Την ίδια εποχή η Εθνική Ιταλίας ήταν απόλυτα βασισμένη σε εκείνη, κατεβάζοντας και μέχρι δέκα παίκτες της Τορίνο στην ενδεκάδα (στο 3-2 επί της Ουγγαρίας το 1947 μόνο ο τερματοφύλακας δεν ήταν δικός της, αφού έπαιζε στη Γιουβέντους).

Το κύριο συστατικό επιτυχίας της Μεγάλης Τορίνο ήταν η έξυπνη διοίκησή της, που επέτρεψε σε μια σχεδόν αλληλοκαλυπτόμενη ομάδα Εγγλέζων, Ιταλών και Ούγγρων προπονητών να επιβάλουν τις δικές τους ποδοσφαιρικές αξίες μέσα στο γήπεδο. Λάτρεις του επιθετικού ποδοσφαίρου οι προαναφερόμενοι, έφτιαξαν μια ομάδα που αναπτυσσόταν στο τερέν με πολλές πάσες και καλή κυκλοφορία της μπάλας σε όλους τους χώρους, ένα σύστημα που είκοσι χρόνια αργότερα τελειοποίησε ο Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ. Καταλήγοντας, η Τορίνο έγινε μεγάλη, επειδή προηγήθηκε της εποχής της.

Απόηχος...

Η Τορίνο συνέχισε τη διαδρομή της στο ιταλικό ποδόσφαιρο με λιγότερες πια φιλοδοξίες και στάθηκε αξιοπρεπώς για ένα διάστημα, πριν υποβιβαστεί στη δεύτερη κατηγορία, επιστρέφοντας αργότερα ξανά στην πρώτη. Χρειάστηκε να περάσουν 27 χρόνια από την τραγωδία, ώσπου η ομάδα να πανηγυρίσει ξανά ένα πρωτάθλημα, το τελευταίο της μέχρι σήμερα. Ο σύλλογος έζησε έκτοτε στη σκιά της Γιουβέντους, φθάνοντας το 1992 στην μοναδική του παρουσία σε ευρωπαϊκό τελικό, χάνοντας το κύπελλο UEFA από τον Άγιαξ του Άμστερνταμ. Όσο για την εθνική ομάδα της χώρας, αναγκάστηκε να αλλάξει εξ ολοκλήρου τον σχεδιασμό της για το επικείμενο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950, αφού ο βασικός κορμός της είχε χαθεί στην αεροπορική τραγωδία. Ταξίδεψε στη Βραζιλία με νέο σύστημα και άλλο προπονητή, όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να αποκλειστεί από τον πρώτο γύρο και να γυρίσει πρόωρα στη Ρώμη. Εικοσιένα χρόνια μετά τη συντριβή της Σουπέργκα η Ιταλία έφθασε στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου έχοντας στην ενδεκάδα της τον επιτελικό μέσο Σάντρο Ματσόλα, γιό του αρχηγού της Grande Torino, μια μεγάλη προσωπικότητα που διέπρεψε για 17 χρόνια στα γήπεδα όλου του κόσμου ως παίκτης της Ίντερ.

Στο μνημείο για την ομάδα, που στήθηκε στον μοιραίο τοίχο της βασιλικής της Σουπέργκα, υπάρχει δίπλα στα ονόματα των παικτών και των προπονητών μια έγχρωμη φωτογραφία της αδικοχαμένης ενδεκάδας, με αποκάτω γραμμένη τη φράση: «Οι ήρωες είναι αθάνατοι, για όσους πιστεύουν σε αυτούς. Έτσι, η Τορίνο δεν πέθανε: συνεχίζει να παίζει εκτός έδρας».

Valerio Bacigalupo (25) τερματοφύλακας, 5 φορές διεθνής
Dino Ballarin (24) τερματοφύλακας
Aldo Ballarin (27) σέντερ-μπακ, 9 φορές διεθνής
Virgilio Maroso (24) αμυντικός, 7 φορές διεθνής, 1 γκολ
Piero Operto (23) αμυντικός
Eusebio Castigliano (28) μέσος, 7 φορές διεθνής, 1 γκολ
Rubens Fadini (22) μέσος, 10 φορές διεθνής, 1 γκολ
Ruggero Grava (27) μέσος
Danilo Martelli (26) μέσος
Giuseppe Grezar (31) μέσος, 8 φορές διεθνής, 1 γκολ
Mario Rigamonti (27) μέσος, 3 φορές διεθνής
Julius Schubert (27) μέσος, διεθνής με την Τσεχοσλοβακία
Ezio Loik (30) επιτελικός μέσος, 9 φορές διεθνής, 4 γκολ
Valentino Mazzola (30) μεσο-επιθετικός, 24 φορές διεθνής, 4 γκολ
Franco Ossola (27) επιθετικός
Milo Bongiorni (30) επιθετικός, 5 φορές διεθνής με τη Γαλλία
Guglielmo Gabetto (33) επιθετικός, 6 φορές διεθνής, 5 γκολ
Romeo Menti (30) επιθετικός, 7 φορές διεθνής, 5 γκολ

Egri Erbstein, τεχνικός διευθυντής
Leslie Lievesley, προπονητής

FIAT G.212CP: ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Πλήρωμα: 2 πιλότοι, 1 ασυρματιστής
Eπιβάτες: 34
Mήκος: 23,06 μ.
Aνάπτυγμα φτερών: 29,34 μ.
Ύψος: 8,14 μ.
Εμβαδόν φτερών: 116,6 m²
Βάρος κενό: 11.223 κιλά
Βάρος με φορτίο: 17.436 κιλά
Κινητήρες: 3 14κύλινδροι Pratt & Whitney Twin Wasp R-1830-S1C3-G, 1.065 ίππων έκαστος
Ανώτατη ταχύτητα: 375 χλμ./ώρα
Ταχύτητα ταξιδίου: 300 χλμ./ώρα
Αυτονομία: 3.000 χλμ.
Ύψος πτήσης: 7.500 μ.

carhistory

Κείμενο: Σπύρος Χατήρας