Carhistory.gr Logo
  » portraits » Henri Toivonen
Henri Toivonen
portraits

Ήταν ο νεότερος νικητής αγώνα του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Ράλλυ. Υπήρξε επίσης ένας από τους πιο θεαματικούς και ταχύτερους οδηγούς στο τιμόνι των υπεραυτοκινήτων του Group Β, ένας μελλοντικός παγκόσμιος πρωταθλητής. Όμως, όλα τέλειωσαν γι αυτόν, στα 30 του μόλις χρόνια…

Ο Henri Toivonen γεννήθηκε τον Μάιο του 1956 στην πόλη Γιουβάσκιλα της Φινλανδίας, στο ίδιο μέρος που γίνεται κάθε χρόνο το περίφημο και γνωστό σε όλους μας rally «1000 λίμνες».

Αυτή όμως δεν ήταν η μόνη συγκυρία που τον έφερε κοντά στους αγώνες, αφού υπήρχε και άλλη μία, ακόμη ισχυρότερη...

Ο πατέρας του δεν ήταν άλλος από τον Pauli Toivonen, πρωταθλητή rally Ευρώπης του 1968 με τις Porsche 911Τ και μια από τις μεγαλύτερες μορφές των τόσο διαφορετικών -σε σχέση με τις σημερινές- ειδικών διαδρομών της δεκαετίας του ‘60.

Κι όπως κοινότυπα λέμε «το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει», ο μικρός Henri έπιασε για πρώτη φορά τιμόνι στα χέρια του όταν ήταν μόλις πέντε χρονών.


Aπό τα πρώτα κατορθώματα στην ωριμότητα

Τη χρονιά που ο Pauli κέρδιζε τον τίτλο, που τότε ήταν περιβεβλημένος με πολύ μεγαλύτερη αξία από την τωρινή, ο 12χρονος Henri μάθαινε μαζί με τους φίλους του να οδηγεί γρήγορα στις γειτονικές στο σπίτι του λίμνες και στα γύρω δάση. Για πρώτη φορά πήρε μέρος σε αγώνα, με go-cart, λίγους μήνες μετά τη νίκη του πατέρα του στο Ακρόπολις του 1969. Το 1972 είχε κιόλας αναδειχθεί δύο φορές πρωταθλητής karting στην πατρίδα του κι από τότε δεν πέρασαν παρά δύο μόλις χρόνια ώσπου να δοκιμάσει την τύχη του και στα rally. Το 1975 κατέκτησε τον φινλανδικό τίτλο στα αυτοκίνητα του Group 1, γλιστρώντας επιδέξια πάνω στον πάγο με ένα Simca Rallye 2. Την ίδια περίοδο πήρε μέρος για πρώτη φορά στις «1000 λίμνες» με συνοδηγό τον Αndero Lindquist, τον άνθρωπο που συχνά βρέθηκε δίπλα του στο δεξί κάθισμα τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του. Μαζί του κέρδισε και την πρώτη σημαντική διάκριση, στο rally της πατρίδας του, τερματίζοντας το 1977 πέμπτος στην γενική κατάταξη και πρώτος του Group 1 στο bucket ενός Chrysler Avenger. Τη χρονιά εκείνη έκανε και αρκετούς αγώνες με τα μονοθέσια της σειράς Formula V, αποκομίζοντας ακόμη έναν εθνικό τίτλο.Ήταν φανερό πως ο σχεδόν έφηβος ακόμη Τoivonen δεν ήταν ένας συνηθισμένος οδηγός αγώνων.

Ο έμπειρος πατέρας του, καταλαβαίνοντας από νωρίς πόσο ικανός ήταν και πόσο μακριά μπορούσε να φθάσει, είχε φροντίσει με καρτερικότητα και επιμονή να του διδάξει όλα τα μυστικά που ήξερε. Με τις γνωριμίες του από την αγωνιστική του δράση στην Citroen -για την οποία οδήγησε από το 1961 ως το 1967- εξασφάλισε για τον γιο του μια «CX», με την οποία εκείνος βγήκε για πρώτη φορά έξω από τα φινλανδικά σύνορα για να πάρει μέρος το 1978 στο rally Πορτογαλίας και στο Ακρόπολις. Στα ελληνικά χώματα μπορεί να εγκατέλειψε στη μέση του αγώνα, όμως ως τότε είχε κατορθώσει να είναι μέσα στους δέκα ταχύτερους σε έξι ειδικές διαδρομές και να αναρριχηθεί στην δέκατη θέση της γενικής κατάταξης. Η επόμενη σεζόν ήταν γι' αυτόν πλούσια σε εμπειρίες: Πέρα από το Αvenger έκανε αγώνες με Ford Escort 1800 RS και με Fiat 131 Abarth, νικώντας στο rally του Ελσίνσκι και κερδίζοντας την τρίτη θέση στο Μίντεξ και την Ουαλία. Όλα αυτά προκάλεσαν την προσοχή της Talbot, που τον κάλεσε να οδηγήσει το ένα από τα δύο αυτοκίνητα που η εταιρεία προετοίμασε για να συμμετάσχει στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1980. Με το άλλο αγωνιστικό θα έτρεχαν οι διάσημοι Γάλλοι Guy Frequelin και Jean Todt. Η ώρα που ο Ηenri Toivonen θα γινόταν ευρύτερα γνωστός είχε πλέον φτάσει.

To Talbot Sunbeam Lotus, που έλαμψε με την παρουσία του στο WRC την περίοδο 1980-1981, ήταν ομολογκαρισμένο για τους αγώνες στο Group 2. Με την κίνηση να μεταδίδεται στους εμπρός τροχούς, διέθετε τον 4κύλινδρο σε σειρά κινητήρα «Τype 911» της Lotus, χωρητικότητας 2.2 λίτρων που απέδιδε 240 ίππους. Το αυτοκίνητο, σε μια προηγούμενη δίλιτρη έκδοση, είχε οδηγήσει για πρώτη φορά ο Τοivonen στο RAC του 1978. Οι δυνατότητές του φάνηκαν αμέσως, σε μια χρονιά που το υπερτροφοδοτούμενο τετρακίνητο Audi Quattro ήταν προ των πυλών, στην τελευταία χρονιά της «προεπαναστατικής» εποχής για τον θεσμό των rally. Ο Ηenri είχε στα χέρια του για πρώτη φορά ένα πραγματικά σπουδαίο αγωνιστικό και, φυσικά, δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη: Ύστερα από εντυπωσιακές για την ηλικία του εμφανίσεις, κέρδισε το RAC, ένα από τα δυσκολότερα rally στον κόσμο και με μεγάλο παρελθόν. Ήταν μόνο 24 ετών κι ο νεότερος οδηγός που είχε μέχρι τότε νικήσει σε αναμέτρηση του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος. Η ομάδα της Τalbot παρουσιάστηκε το 1981 πολύ καλά οργανωμένη και, εκμεταλλευόμενη τα προβλήματα νεότητας των Quattro, κατόρθωσε να κερδίσει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών, έστω και με ελάχιστη βαθμολογική διαφορά από την Νissan. Ο Τoivonen δεν κέρδισε άλλο αγώνα με το αυτοκίνητο αυτό, όμως διαπρεπείς τερματισμοί τού έδωσαν την έβδομη θέση στην τελική κατάταξη για τον τίτλο των οδηγών.

Aπό την Ascona στη 037

Η περίοδος 1982-1984 ήταν γι αυτόν πολύ ενδιαφέρουσα, αν και χωρίς μεγάλες νίκες στα rally, κυρίως επειδή βρέθηκε να κερδίζει εμπειρίες δίπλα σε τεράστιας αξίας πιλότους και στο bucket αρκετά διαφορετικών μεταξύ τους αγωνιστικών. Το 1982 οδήγησε τα πισωκίνητα Opel Ascona 400 του Group 4 και του αναδυόμενου στα «πράγματα» Group B, ανήκοντας στην ίδια ομάδα με τον Walter Rohrl, καταφέρνοντας και πάλι να καταλάβει την έβδομη θέση της γενικής κατάταξης για το πρωτάθλημα. Συνάμα έκανε και δύο αγώνες με μονοθέσια της Ralt που έτρεχαν στην κατηγορία F3, κερδίζοντας μάλιστα και μια νίκη στο circuit του Silverstone. Ο Ηenri ήταν ένας πλήρης οδηγός, ανταγωνιστικός και με δυνατότητες σε κάθε μορφή αγώνα. Δεν δίστασε, το 1983, να κάνει αρκετούς ταχύτατους γύρους στην Imola με την θηριώδη Porsche 956 του Group C, που κυριαρχούσε τότε στους αγώνες αντοχής. Λίγους μήνες αργότερα, πήρε και επίσημα μέρος σε τέτοιο αγώνα με την «956» στην πίστα του Μugello, με συνοδηγούς τον Jonathan Palmer και τον Derek Bell. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα εκείνης της προσπάθειας; Μια τρίτη θέση, στην πρώτη του μόλις ανάλογη αναμέτρηση με τα «τέρατα» της κατηγορίας Εndurance. Κανείς δεν ξέρει ποια θα ήταν η συνέχεια, αν ο Ηenri παρέμενε στις πίστες και δεν τον κέρδιζαν οριστικά τα rally. Οι συμμετοχές του την χρονιά εκείνη στο WRC συνδέθηκαν με το Οpel Manta 400, με team mate τον πολύπειρο Rauno Aaltonen. Αγωνίστηκε ακόμη με Ferrari 308 στο rally του San Marino, ενώ στις αρχές του 1984 «έβαλε στο χέρι» και μια Porsche 911 RS του Group B. Τον ίδιο χρόνο τα «παιχνίδια» με διάφορα ωραία αυτοκίνητα σταματούσαν: Η μεταγραφή του στην Lancia για να οδηγήσει τις πισωκίνητες 037, σήμαινε γι αυτόν και την ευκαιρία να επικεντρώσει το πληθωρικό ταλέντο του σε έναν και μόνο σκοπό, που δεν μπορούσε να είναι άλλος από την κατάκτηση του τίτλου στο WRC.

Από την 037 στην S4

Η πισωκίνητη Lancia 037 με τον κινητήρα στο κέντρο, παρά την πρωταγωνιστική της πορεία και τους οδηγούς μεγάλης κλάσης που διέθετε, έμεινε πίσω από τον ανταγωνισμό έναντι του Αudi Quattro όσο και έναντι του Peugeot 205 T16. Το 1984 έκανε μόνο μία νίκη -στην Κορσική- στα χέρια του Αlen, ενώ το καλύτερο αποτέλεσμα του Ηenri ήταν μια τρίτη θέση στις «1000 λίμνες» με συνοδηγό τον Pironen. Η επόμενη περίοδος όμως ήταν σίγουρα διαφορετική, αφού οι Ιταλοί ετοίμαζαν ένα νέο αγωνιστικό όπλο, που συνδύαζε όλες τις αναμφισβήτητες αρετές της 037 με την τετρακίνηση και όχι μόνο: Βρισκόμαστε πια στις πιο «εκρηκτικές» μέρες του Group B και η απάντηση της Lancia στα δρώμενα των rally λέγεται S4. Μπορεί τα διάφορα προβλήματα με τους προμηθευτές να καθυστέρησαν την εμφάνισή της, όμως σίγουρα κανένας αντίπαλος -με φυσιολογικές εξελίξεις- δεν θα μπορούσε στο τέλος να την σταματήσει. Ο Τoivonen είχε καταφέρει να μαζέψει αρκετούς βαθμούς σε εκείνο το πρωτάθλημα με την 037, καθώς όλο και περισσότερο ωρίμαζε αγωνιστικά και προετοιμαζόταν για την κατάκτηση της κορυφής. Στον επίλογο της περιόδου, στο RAC, κάθησε για πρώτη φορά στο bucket της Lancia S4 που έκανε εκεί την από καιρό αναμενόμενη πρεμιέρα της. Ο περιφανής θρίαμβος που ακολούθησε, με τα αυτοκίνητα να τερματίζουν 1-2, ενθουσίασε τους ανθρώπους της ομάδας. Ο Ηenri ήταν πρώτος με τον Αlen πίσω του, κερδίζοντας για δεύτερη φορά το RAC και στέλνοντας σε όλους ένα ηχηρό μήνυμα για του χρόνου: To δίχως άλλο το 1986 θα ήταν γι αυτόν μια εξαιρετική σεζόν.

Το αναπάντεχο τέλος

Ο πρώτος αγώνας της περιόδου ήταν, όπως πάντα, το Μonte Carlo. Ο Τoivonen πήγε εκεί με την S4 και συνοδηγό τον Sergio Cresto, νικώντας ύστερα από εξαιρετικό αγώνα και παίρνοντας «κεφάλι» στην κούρσα του πρωταθλήματος. Ακόμη ένας Τoivonen έγραψε το όνομά του στο libre d’oro του δημοφιλέστατου αγώνα, ύστερα από την νίκη του πατέρα Pauli με την Citroen DS 21 είκοσι χρόνια πριν. Παρά τα αρκετά και ανησυχητικά ατυχήματα με τα αυτοκίνητα του Group B, των οποίων οι επιδόσεις και οι ιπποδυνάμεις είχαν φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη, ο Henri δεν έδειχνε να φοβάται. Ίσως σε αυτό να έπαιξαν ρόλο οι εμπειρίες του από τα μονοθέσια και τις Porsche των αγώνων αντοχής, καθώς μέσα από αυτές εκείνος ήξερε σε πόσο γρήγορους ρυθμούς μπορούσε επιτυχημένα να αντεπεξέλθει. Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και ο χαμός του Βettega στο Tour de Corse του 1985 ήταν γι αυτόν μια πολύ άτυχη, όχι όμως προειδοποιητική για τους υπόλοιπους οδηγούς στιγμή. Στους αγώνες της Σουηδίας και της Πορτογαλίας μπορεί να εγκατέλειψε με προβλήματα, όμως ο πιλότος της Peugeot, ο Juha Kankkunen, που τον είχε προσπεράσει στην προσωρινή κατάταξη των οδηγών, ήταν μπροστά του ελάχιστους μόνο βαθμούς. Στο rally της Κορσικής, στις αρχές του Μάη, όλα εξελίσσονταν ευνοϊκά γι αυτόν: O Kankkunen είχε εγκαταλείψει κι ο Henri με τον Sergio είχαν την S4 στην πρώτη θέση ύστερα από την διεξαγωγή 17 ειδικών διαδρομών. Ξεκινώντας την μάχη με το χρονόμετρο για 18η φορά, ήξεραν πως εκείνη τη στιγμή ήταν επικεφαλής του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος. Όμως, το συμπαθέστατο και ικανότατο πλήρωμα δεν ολοκλήρωσε ποτέ την προσπάθειά του, αφού το τρομερό ατύχημα που ακολούθησε ύστερα από λίγα λεπτά στοίχισε και στους δύο τη ζωή. Ο θάνατος, ως σκοτεινός και απρόσκλητος επισκέπτης σε μια από τις ελάχιστες εμφανίσεις του στο χώρο των rally, έγραψε την τελευταία παράγραφο σε ένα βιβλίο που δεν έμελλε ποτέ να διαβαστεί μέχρι το τέλος. Η συνέχεια, με την προαποφασισμένη κατάργηση του Group B στο τέλος εκείνης της τραγικής περιόδου, είναι σε όλους μας γνωστή. Αυτό που ποτέ δεν θα μάθουμε και που πάντα θα μας φέρνει μελαγχολία, έστω κι αν το πέρασμα του χρόνου άμβλυνε την ένταση των συναισθημάτων, είναι το πού θα έφθανε αυτός ο πάντα χαμογελαστός άνθρωπος, αν η μοίρα του δεν ήταν τόσο σκληρή: Κανείς δεν πρόκειται να μας απαντήσει, δυστυχώς.

carhistory

.