Carhistory.gr Logo
  » LCV » Lancia LCV
Lancia LCV
LCV

Για περισσότερα από πενήντα χρόνια η ιταλική εταιρεία ξεχώριζε στον κόσμο του αυτοκινήτου και για τα επαγγελματικού χαρακτήρα οχήματά της, ορισμένα από τα οποία άνοιξαν νέους δρόμους στον τομέα που υπηρέτησαν.

Το πρώτο όχημα επαγγελματικού χαρακτήρα που κατασκευάστηκε από τη Lancia ήταν το ελαφρύ φορτηγό 1Ζ, το μακρινό 1912. Διέθετε στιβαρό αμάξωμα και ισχυρό κινητήρα, οργώνοντας τις αφρικανικές ερήμους στη διάρκεια του πολέμου της Λιβύης. Το μηχανικό του σύνολο απέδιδε 35 ίππους και μπορούσε να μεταφέρει 22 κιβώτια, βάρους 100 κιλών το καθένα, με σταθερή ταχύτητα 60 χιλιομέτρων την ώρα. Δύο χρόνια αργότερα ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και άλλα δύο μοντέλα της Lancia, το Jota και το Djota, χρησιμοποιήθηκαν παράλληλα με το 1Ζ για τη μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων. Και τα δύο είχαν πεντάλιτρους κινητήρες των 70 ίππων και διέφεραν από το 1Ζ στη μεγαλύτερη μεταφορική ικανότητα, φθάνοντας τα 24 κιβώτια των 100 κιλών. Αμφότερα, είχαν διαφορετικά μήκη πλαισίου από το 1Ζ: Το πρώτο ήταν πιο μακρύ, ενώ το δεύτερο πιο κοντό. Στις πολεμικές επιχειρήσεις εκείνης της εποχής, επιστρατεύτηκαν και άλλα μοντέλα της Lancia. Τις ανάγκες της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης εξυπηρετούσε η Theta, ενώ τα σασί των 1Ζ, Jota και Djota χρησιμοποιήθηκαν για να ρυμουλκηθούν πυροβόλα, αλλά και ως ασθενοφόρα.

Το τέλος του πολέμου σήμαινε και τον τερματισμό των παραγγελιών από το στρατό, γεγονός που έφερε αρκετά προβλήματα στους κατασκευαστές φορτηγών, αφού οι οδικές μεταφορές βρίσκονταν ακόμη σε πολύ πρώιμο στάδιο ανάπτυξης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το πλεονάζον υλικό από το στρατό να είναι αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες της εποχής εκείνης. Ωστόσο, ο Vincenzo Lancia εξακολουθούσε να πιστεύει στο μέλλον των επαγγελματικών οχημάτων και έτσι στις αρχές του 1921 οι γραμμές παραγωγής του εργοστασίου της Via Monginervo μπόρεσαν να παραδώσουν τα πρώτα μοντέλα με την ονομασία Trjota και Tetrajota. Το σασί της Lancia εξοπλιζόταν με αμαξώματα που κατασκεύαζαν εταιρείες με εξιδείκευση στην κατασκευή φορτηγών, καμιονιών και λεωφορείων. Τα συγκεκριμένα μοντέλα εξοπλίζονταν με τον δοκιμασμένο και αξιόπιστο πεντακύλινδρο κινητήρα που φορούσαν οι Kappa και Dikappa. Σύντομα, τα δύο αυτά εξαιρετικά φορτηγά έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή και εκτός Ιταλικής χερσονήσου.

Από το Pentajota στο Eptajota

Η αναγνώριση της σημασίας που είχαν οι μεταφορές βαρέων φορτίων ήρθε την ίδια εποχή με τη βελτίωση του οδικού δικτύου. Η ανάγκη για πιο ευέλικτα, πιο ισχυρά και πιο μεγάλα φορτηγά άρχισε να γίνεται επιτακτική. Το 1924 έκανε την εμφάνισή του το Pentajota. Με μεταξόνιο που έφθανε τα 4,31 μέτρα και ωφέλιμη επιφάνεια χώρου φόρτωσης 7,77 τ.μ., είχε ικανότητα μεταφοράς έως και 53 κιβωτίων των 100 κιλών. Οι μεγάλες δυνατότητές του έδωσαν δίκαια, τα επόμενα χρόνια, τον χαρακτηρισμό του πρώτου TIR (Transport International Road). Εκτός από τις μεταφορές εμπορευμάτων, στους δρόμους δημιουργήθηκε η ανάγκη μετακίνησης προσωπικού. Το 1926 η πόλη του Μιλάνο παρήγγειλε λεωφορεία για τη μεταφορά των κατοίκων της και η Lancia ανέλαβε το έργο, προμηθεύοντας το δήμο με το Esajota. Το λεωφορείο εκείνο είχε εμπνευσμένη σχεδίαση και ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του, διαθέτοντας πλευρικά παραπέτα που του χάριζαν πολύ χαμηλωμένο δάπεδο και ευκολία στην επιβίβαση-αποβίβαση. Μόνο εμπόδιο ήταν η χαμηλή του ιπποδύναμη, καθώς ο κινητήρας είχε παραμείνει ο ίδιος από τη στρατιωτική του έκδοση. Το 1927 παρουσιάστηκε ενισχυμένο, ως Eptajota πλέον.

Omicron

Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε ένα νέο project με εντελώς καινούργιο σασί, που ενσωμάτωσε μοντέρνα χαρακτηριστικά, όντας σχεδιασμένο να χρησιμοποιηθεί ως λεωφορείο πόλης και ως όχημα μεταφοράς επιβατών για μεγάλες αποστάσεις. Το Omicron 256 είχε εξακύλινδρο κινητήρα σε σειρά των 7.060 κ.εκ., με δύο εκκεντροφόρους επικεφαλής, ισχύος 92 ίππων. Ακόμη, διέθετε πίσω άξονα βαρέως τύπου και πλατφόρμα χαμηλού πατώματος. Κυκλοφόρησε σε δύο εκδόσεις, με κοντό και μακρύ μεταξόνιο, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Πολλά από τα οχήματα που αγοράστηκαν από την εταιρεία μεταφορών της Ρώμης παρέμειναν σε υπηρεσία για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχοντας διανύσει στη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους περισσότερα από δύο εκατομμύρια χιλιόμετρα. Το Omicron διασκευάστηκε ακόμη και ως βαγόνι τραίνου με κρεβάτια, ταξιδεύοντας από την Αλγερία στο Σουδάν, μέσω της ερήμου της Σαχάρας. Το 1934 τοποθετήθηκε σε αυτό ο πρώτος κινητήρας diesel, ο οποίος ήταν δικύλινδρος σε σειρά χωρητικότητας 3.180 κ.εκ. και απέδιδε 64 ίππους στις 1.500 στροφές ανά λεπτό. Η Lancia εξέλιξε επίσης ένα πεντακύλινδρο πετρελαιοκινητήρα των επτά λίτρων με ισχύ 93 ίππων, για την έκδοση 256 SC του συγκεκριμένου μοντέλου. Η λύση αυτή προσφερόταν ως εναλλακτική στους μεγάλους βενζινοκινητήρες, που παρά την ανθετικότητα και τη δύναμή τους αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αντιοικονομικοί.

Ro

Στη δεκαετία του '30 η ιταλική εταιρεία αγόρασε από τη γερμανική Junkers τα δικαιώματα για την παραγωγή ενός ακόμα πετρελαιοκινητήρα, που ήταν δίχρονος και δικύλινδρος, ο οποίος τοποθετήθηκε στο νέο φορτηγό Ro. Το μοντέλο εκείνο κατασκευάστηκε σε τέσσερις εκδόσεις, δύο πολιτικές και δύο στρατιωτικές με διαφορετικά μεταξόνια και χωρητικότητες, αριθμώντας συνολικά 600 μονάδες παραγωγής μέχρι το 1936. Το Ro MB ήταν ειδικά σχεδιασμένο για την έρημο και χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Αιθιοπία, έχοντας τη δυνατότητα να μεταφέρει μέχρι και 54 κιβώτια των 100 κιλών το καθένα. Η τεχνολογική εξέλιξη και η αποτελεσματικότητα των κινητήρων diesel συνεχίστηκε με γρήγορους ρυθμούς. Οι αντλίες και τα μπεκ τελειοποιήθηκαν, οι θάλαμοι καύσης απέκτησαν ένα πιο αποδοτικό σχήμα, ενώ ξεκίνησαν και οι πειραματικές δοκιμές των θαλάμων προθέρμανσης. Η Lancia επέλεξε να εγκαταλείψει τους δίχρονους κινητήρες (οι τελευταίοι από αυτούς τοποθετήθηκαν στο Ro-Ro του 1935) και να στραφεί στην εξέλιξη των πιο απλών τετράχρονων. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία του 3 Ro, ενός οχήματος με πεντακύλινδρο σε σειρά κινητήρα των 6.875 κ.εκ., που απέδιδε 93 ίππους (1938). Για τις ανάγκες του στρατού παρήχθησαν δύο εκδόσεις του συγκεκριμένου φορτηγού (MNSP και MNP), που αμφότερες ήταν εφοδιασμένες με χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων των οκτώ σχέσεων και πίσω άξονα με ημιαξόνια βαρέως τύπου.

Lince

Ιδιαίτερη αναφορά χρειάζεται να γίνει στο θωρακισμένο όχημα με την ονομασία Lince, το οποίο ήταν τοποθετημένο επάνω σε πλαίσιο της Lancia, που κατασκευάστηκε μετά από παραγγελία του ιταλικού υπουργείου πολέμου. Παρήχθησαν περίπου 500 μονάδες της συγκεκριμένης έκδοσης, μεταξύ των ετών 1943 και 1945. Το Lince εφοδιαζόταν με τον V8 κινητήρα της Αstura, τροποποιημένο κατάλληλα, ώστε να αποδίδει ροπή από πολύ χαμηλό εύρος στροφών. Αυτό το μηχανικό σύνολο είχε χωρητικότητα 2.617 κ.εκ., αποδίδοντας 60 ίππους και επιτρέποντας στο αυτοκίνητο να αναπτύξει ταχύτητα 60 χιλιομέτρων την ώρα. Από τα υπόλοιπα στοιχεία του μοντέλου ξεχώριζαν η μόνιμη τετρακίνηση και η τετραδιεύθυνση, ενώ η αυτονομία του έφθανε τα 350 χιλιόμετρα. Το συνολικό του βάρος με τον εξοπλισμό ξεπερνούσε τους τρεις τόνους. Οι λύσεις που υιοθετήθηκαν στην ανάρτηση, το κιβώτιο ταχυτήτων και τη μετάδοση προέρχονταν από το θωρακισμένο όχημα του βρετανικού στρατού Daimler Scout Car (με την κωδική ονομασία Dingo), ενώ το θωρακισμένο αμάξωμα κατασκεύαζε η Ansaldo.

To τέλος...

Το 1955 η Lancia συνάντησε αξεπέραστα οικονομικά προβλήματα, τα οποία έφεραν τεράστιες αλλαγές στα διοικητικά της. Παρά ταύτα, συνέχισε την παραγωγή φορτηγών, παρουσιάζοντας τα μοντέλα Esatau και Εsadelta. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα η ιταλική εταιρεία εξαγοράστηκε από τη Fiat, η οποία είχε τον δικό της επιτυχημένο τομέα παραγωγής επαγγελματικών αυτοκινήτων και οπωσδήποτε δεν ήθελε να έχει εσωτερικό ανταγωνισμό. Έτσι, ο κλάδος φορτηγών και λεωφορείων της Lancia πέρασε οριστικά στην ιστορία το 1969, με τελευταίο μοντέλο το Esagamma.

carhistory

Κείμενο & φωτογραφίες: Lancia