Carhistory.gr Logo
  » ancient » Museu dos Coches
Museu dos Coches
ancient

Κατάδυση στο παρελθόν, σε βάθος τριών και πλέον αιώνων, με την ευκαιρία της επίσκεψής μας στο Εθνικό Μουσείο Αμαξών της Λισαβώνας. Εμπειρία, ανεπανάληπτη...

Κάνοντας πράξη μια δική της ιδέα, η Αμαλία της Ορλεάνης εγκαινίασε τις 23 Μαΐου 1905 το Βασιλικό Μουσείο Αμαξών, το οποίο λειτούργησε για πρώτη φορά εκεί όπου είχε ως τότε την έδρα της η Βασιλική Σχολή Ιππασίας της Λισαβώνας. Στην κατάλληλη διαμόρφωση των χώρων της σε εκθεσιακούς συνέδραμαν αποφασιστικά ο αρχιτέκτονας Rosendo Carvalheira και οι ζωγράφοι Jose Malhoa και Conceicao Silva, ενώ η αρχική συλλογή του μοναδικού στο είδος του μουσείου περιλάμβανε έναν μικρό κατάλογο με 29 άμαξες (έξι berlins, τρεις θριαμβικών παρελάσεων, πέντε cabriolets, ένα litter, δύο sedan chairs και δώδεκα τύπου coach). Ένα χρόνο αργότερα, η Αμαλία αποφάσισε να αυξήσει περαιτέρω τα εκθέματα, έχοντας στα υπέρ της κίνησης αυτής τη θετική ανταπόκριση του κοινού στο οπωσδήποτε παράδοξο για την εποχή εκείνη εγχείρημά της. Υπήρχαν αρκετές διαθέσιμες άμαξες, στα διάφορα καταλύματα του βασιλικού οίκου των Bragança στη χώρα, κάποιες από αυτές με ηλικία δύο-τριών αιώνων και κάποιες άλλες παροπλισμένες, λόγω της επέλασης του τραίνου και της νέας εφεύρεσης του αυτοκινήτου (οι εστεμμένοι, ως γνωστόν, ήταν στην ολιγάριθμη κατηγορία των πρώτων του πελατών). Ωστόσο, η Γαλλίδα πριγκίπισσα που το 1886 παντρεύτηκε τον Κάρολο Α' κι έγινε βασίλισσα της Πορτογαλίας, δεν μπόρεσε ποτέ να υλοποιήσει τα σχέδιά της: Αιτία η βασιλοκτονία (Regicidio) του 1908, στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω, που προηγήθηκε της πτώσης του μοναρχικού καθεστώτος. Το 1911, στις ημέρες πια της Πρώτης Πορτογαλικής Δημοκρατίας, το μουσείο μετονομάστηκε από Βασιλικό σε Εθνικό, ενώ στα εκθέματά του συμπεριλήφθηκαν και άμαξες εκκλησιαστικού χαρακτήρα. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν εμπλουτίστηκε και με νέες κατηγορίες ξεχωριστών ιππήλατων κατασκευών, ενώ από τον Φεβρουάριο του 2010 λύθηκε οριστικά και το διαχρονικό πρόβλημα των μη επαρκών χώρων, με την εγκατάστασή του στο νέο κτίριο του Belem, που σχεδίασε ο Βραζιλιάνος αρχιτέκτονας Paulo Mendes da Rocha.

Εκθέματα

Eκτός από την αρχαιότερη άμαξα του μουσείου, του βασιλιά Φίλιππου Β' που χρονολογείται από το σωτήριο έτος 1619, όλες οι άλλες που παρουσιάζονται εκεί ανήκουν ιστορικά στη μακραίωνη περίοδο της δυναστείας των Bragança (1640-1910). Εκ των ουκ άνευ λοιπόν το γεγονός, ότι ιδιοκτήτες των περισσότερων από αυτές, ήταν τα μέλη της εκάστοτε βασιλικής οικογένειας. Άμαξες όλων των κατηγοριών, από επίσημες μοναρχικές με κάθε λογής σύμβολα ισχύος πάνω τους, μέχρι πριγκιπικές ή πρεσβευτικές, βρίσκονται παραταγμένες εκεί. Λίγες δεκάδες μέτρα πιο μακριά, έχουν τη δική τους θέση τα ιππήλατα που λειτουργούσαν χαλαρωτικά για τους ηγεμόνες: Παραδείγματος χάριν η άμαξα που διέθετε για το κυνήγι η βασίλισσα Μαρία Β', όπως επίσης και εκείνη που μετέφερε τους κυνηγετικούς σκύλους του οπλισμένου αποσπάσματος, αλλά και το αμαξίδιο του Κάρολου Α' όταν ήταν παιδάκι. Ευάριθμες επίσης είναι οι άμαξες της εκκλησιαστικής ηγεσίας του 17ου και του 18ου αιώνα, με άλλες από αυτές να ανήκουν σε Πατριάρχες της Λισαβώνας και άλλες σε καρδινάλιους. Σημαντικά είναι ακόμη τα εκθέματα του 19ου αιώνα, με τις ελαφρύτερες κατασκευές τύπου victoria ή landau να κυριαρχούν, όπως και οι φροντισμένοι χώροι που επιδεικνύονται οι στολές των αμαξάδων και ο εξοπλισμός των επιβατών για το ταξίδι. Σίγουρα όμως, τα πιο εντυπωσιακά οχήματα του μουσείου είναι οι οι βαρυφορτωμένες, πολυτελείς και θριαμβικού χαρακτήρα άμαξες του Πάπα Κλημέντιου του 11ου, που μας γυρνάνε πίσω στην εντελώς διαφορετική από τα σημερινά δεδομένα ατμόσφαιρα του 18ου αιώνα.

Concept

Στις αρχές του 18ου αιώνα το Βασίλειο της Πορτογαλίας ήταν ακόμη στην ακμή του, όντας μια παγκόσμια αποικιοκρατική δύναμη με τεράστια εισροή πλούτου από την Βραζιλία και τις κτήσεις σε Αφρική και Ασία. Στο θρόνο βρισκόταν τότε ο Joao V, που ηγεμόνευσε τη χώρα ως απόλυτος μονάρχης από το 1706 μέχρι το 1750, μη χάνοντας ποτέ την ευκαιρία να επιδεικνύει με θριαμβευτικό τρόπο τη δύναμή του. Ο Joao V είχε ως βασικό άξονα της πολιτικής του τις καλές σχέσεις με τα μεγάλα έθνη της Ευρώπης, αλλά και με υψηλοτάτου κύρους ηγέτες, όπως ο Πάπας ο Ρώμης. Στο πλαίσιο αυτών των εντυπωσιασμών, απέστειλε το 1716 στον τότε προκαθήμενο της Καθολικής Εκκλησίας Κλημέντιο 11ο μια πολυπληθή και πολυτελή πρεσβευτική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον Rodrigo Ane de Sa Menezes, μαρκήσιο του Fontes. Ο Πορτογάλος ευγενής κόμισε στον Κλημέντιο εκ μέρους του Joao V τρεις εκθαμβωτικές άμαξες τύπου coach (με την καμπίνα των επιβατών να κτίζεται ως ενιαίο κομμάτι με το πλαίσιο και την ονομασία να προέρχεται από την πόλη Kocs της Ουγγαρίας, από όπου φαίνεται πως ξεκίνησε αυτή η τεχνική, τον 15ο αιώνα). Ο Πάπας είχε στείλει μια άμαξα στον Πορτογάλο βασιλιά την προηγούμενη χρονιά, γεμάτη κορδέλες ευλογημένες από αυτόν, με την ευκαιρία της βάπτισης του γιού του πρίγκιπα Jose. Η ανταπόδοση του Πορτογάλου ηγεμόνα στον Κλημέντιο είχε να κάνει με την δημόσια εικόνα της Πορτογαλίας ως κοσμοκράτειρας, αλλά και του Joao V ως πανίσχυρου (συνάμα και πολυέξοδου) ηγέτη. Οι τρεις άμαξες, που στην εποχή μας θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε τηρουμένων των αναλογιών ως concept cars, ήταν θεματικές. Αφιερωμένες στην κερδοφόρα εξερεύνηση των κόσμων από τους θαλασσοπόρους που με τη σημαία της Πορτογαλίας ανακάλυπταν νέους δρόμους για το εμπόριο, ήταν κατάφορτες από γλυπτές συνθέσεις, οι οποίες αναδείκνυαν αυτούς τους άθλους. Ο διάπλους της Αφρικής, όπως επίσης τα εξωτικά ταξίδια στην Ασία και στην χρυσοφόρα Αμερική, ζωντάνευαν ξανά στις πολυτελείς και ρωμαϊκού στιλ άμαξες μέσω τέλεια επεξεργασμένων παραπομπών στην αρχαία ελληνική μυθολογία. Ασφαλώς, δεν έλειπε από αυτές και ο φτερωτός δράκος, που ήταν το οικόσημο του οίκου των Bragança. Τι να σκέφτηκε ο Πάπας, αντικρύζοντας για πρώτη φορά τις άμαξες; Υποθέτουμε, αυτό ακριβώς που ήθελε ο Joao V: Αυτός ο βασιλιάς έχει πάρα πολύ χρυσάφι στη διάθεσή του και μπορεί να το κάνει ό,τι θέλει...

Berlins

Στους τρεις σχεδόν αιώνες που καλύπτει με τα εκθέματά του το μουσείο, μπορείς να ταξιδέψεις στον ξεχασμένο κόσμο των αμαξών και να ανακαλύψεις την εξέλιξή του, αλλά και την σύνδεσή του με την μεταγενέστερή του Αυτοκίνηση. Ξεκινάς τη διαδρομή σου φέρνοντας στο νου την άμαξα της Σταχτοπούτας (Cinderella), η οποία στις συντριπτικά περισσότερες αναπαραστάσεις της είναι τύπου Berlin. Υπάρχουν έξι από αυτές στο κτίριο και ονομάστηκαν έτσι επειδή ο συγκεκριμένος τύπος έγινε γνωστός για πρώτη φορά στη διαδρομή Βερολίνο-Παρίσι, την οποία έκανε ο κάτοικος Βραδεμβούργου και μέλος του οίκου των Hohenzollern ιδιοκτήτης της. Η πρώτη άμαξα αυτού του τύπου κτίστηκε μεταξύ των ετών 1660-1670 σε ένα εργαστήριο στο Πεδεμόντιο και εκ παραδρομής έλαβε το όνομά της από τη μεγάλη γερμανική πόλη. Σύμφωνα με τη μέθοδο κατασκευής της, η καμπίνα των επιβατών ήταν επικαθήμενη στο κέντρο του πλαισίου και στηριζόταν πάνω σε αυτό σε σιδηροτροχιές με δερμάτινα λουριά, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη άνεση στα μακρινά ταξίδια. Τον 18ο αιώνα οι ιμάντες έδωσαν σταδιακά την θέση τους στα χαλύβδινα ελατήρια. Στις ημέρες μας (ναι, σωστά μαντέψατε) η ονομασία παραμένει ενεργή, αν και ελαφρά αλλαγμένη: Με τον όρο berlina ή berline περιγράφονται ακόμα στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες τα τετραθέσια αυτοκίνητα των τριών όγκων.

Chaises, cabriolets, litters & sedan chairs

Oι άμαξες τύπου chaise που εμφανίστηκαν τον 18ο αιώνα ήταν διθέσιες και για την κίνησή τους χρειαζόταν ένας μόνο ίππος, κερδίζοντας πολλά σε ευελιξία. Γνώρισαν μεγάλη δημοτικότητα ως ενοικιαζόμενες τον 19ο αιώνα στη Λισαβώνα, ενώ αναγνωρίζονταν και με την ονομασία coupe, όπως συνέβαινε και με αρκετές μικρότερου μεγέθους berlins.

H έννοια cabriolet έγινε για πρώτη φορά γνωστή τον 18ο αιώνα, ορίζοντας τις μικρές και δίτροχες μόνιππες κατασκευές, που εστεμμένοι όπως η Μαρία Α' χρησιμοποιούσαν κατά κόρον για έναν ευχάριστο περίπατο στους βασιλικούς κήπους.

Τον ίδιο αιώνα εμφανίστηκαν στις Αυλές και στα πλουσιόσπιτα της Ευρώπης τα litters, που δεν είχαν τροχούς και φυσικά δεν χρειάζονταν άλογα, καθώς αρκούσαν τέσσερεις γεροδεμένοι άντρες για να τα σηκώσουν με ξύλινες δοκούς στους ώμους τους και να μεταφέρουν επιβάτες. Η ευελιξία τους ήταν μοναδική στις πόλεις, καθώς με μια-δυό μανούβρες μπορούσαν να απεμπλακούν με επιτυχία από οποιοδήποτε στρίμωγμα στους δρόμους.

Τα sedan chairs ήταν ακόμη μικρότερα και εξυπηρετούσαν συχνά ηλικιωμένους ανθρώπους με κινητικά προβλήματα ή αρρώστους, που δεν μπορούσαν να μεταβούν με άλλο τρόπο στην εκκλησία. Για την κίνησή τους αρκούσαν δύο άντρες, που χρησιμοποιούσαν ξύλινες δοκούς ή συνηθέστερα ιμάντες.

Clarence, victoria & landau

O τύπος άμαξας με το όνομα clarence ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στις αρχές του 19ου αιώνα. Επρόκειτο για ένα κλειστό, τετράτροχο ιππήλατο όχημα με ένα προεξέχον γυάλινο μέτωπο και καθίσματα για τέσσερις επιβάτες στο εσωτερικό του. Ο οδηγός καθόταν στο εμπρός μέρος, φυσικά έξω από την καμπίνα επιβατών. Η ορολογία προέρχεται από έναν προβεβλημένο ιδιοκτήτη της, τον πρίγκιπα William και αργότερα βασιλιά της Αγγλίας, που ήταν Δούκας του Clarence. Μια ελαφρύτερη παραλλαγή της, με διθέσια καμπίνα, πήρε το όνομά της από τον Λόρδο Brougham.

H κομψή victoria, παρά το γεγονός ότι η ορολογία της προέρχεται από την ομώνυμη βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας, είχε γαλλική καταγωγή. Εισήχθη στην Αγγλία από τον πρίγκιπα της Ουαλίας το 1869 και ήταν πολύ δημοφιλής μεταξύ των πλουσίων οικογενειών. Διέθετε ένα κάθισμα στραμμένο προς τα εμπρός για δύο επιβάτες, με τον οδηγό να βρίσκεται σε ανεξάρτητη θέση ακόμη πιο μπροστά, ενώ όλους τους κάλυπτε μια μεγάλη και πτυσσόμενη κουκούλα. Συνήθως την έσερναν ένα ή δύο άλογα.

Το landau, όπως αυτό της βασιλοκτονίας του 1908, ήταν τετράτροχο και με ανοιχτή οροφή συνήθως (σήμερα θα το χαρακτηρίζαμε convertible, καθώς ήταν τετραθέσιο). Στα αγγλικά αρχεία αναφέρεται για πρώτη φορά το 1743, ενώ οφείλει την ονομασία του στην πόλη Landau του Rhinenland-Palatinate της Γερμανίας, όπου και κατασκευάστηκε για πρώτη φορά. Το χαμηλό του ύψος πρόσφερε τα μέγιστα στην προσωπική προβολή των επιβατών του και της ξεχωριστής ενδυμασίας τους, χαρακτηριστικό που το έκανε ιδιαίτερα δημοφιλές μεταξύ των Λόρδων και των Δημάρχων στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Regicidio...

Την 1η Φεβρουαρίου του 1908 η βασιλική οικογένεια επέστρεφε στη Λισαβώνα, από το ανάκτορο της Vila Viçosa, όπου είχε βρεθεί για τις πρώτες ημέρες της χρονιάς. Ταξίδεψε με τραίνο μέχρι το Barreiro και έπειτα επιβιβάστηκε σε ένα ατμόπλοιο, για να διασχίσει τον ποταμό Τάγο, καταλήγοντας στην Cais do Sodré στο κέντρο της πόλης. Εκεί την περίμενε ένα μαύρο landau, με το οποίο πήρε το δρόμο για το βασιλικό παλάτι, όπου όμως δεν έφτασε ποτέ. Μόλις η πομπή διέσχισε την πλατεία Terreiro do Paço, οι ακτιβιστές Alfredo Costa και Manuel Buiça ξεχώρισαν από το πλήθος και πυροβόλησαν εναντίον της. Πρώην λοχίας και δεινός σκοπευτής ο πρώτος, χρησιμοποίησε γι αυτό το σκοπό ένα τουφέκι που είχε κρυμμένο κάτω από το μακρύ πανωφόρι του. Οι πέντε βολές των δύο εκτελεστών αποδείχθηκαν ιδιαίτερα οδυνηρές, καθώς ο βασιλιάς Κάρολος Α' βρήκε ακαριαίο θάνατο, με τον γιό του και διάδοχο του θρόνου Luís Filipe να υποκύπτει στα βαριά τραύματά του ύστερα από 20 μόλις λεπτά. Ο μικρότερος πρίγκιπας, ο 19χρονος Μανουήλ, γλύτωσε με ένα τραυματισμό στο χέρι. Όπως κατέγραψαν όσοι έζησαν από κοντά τη σκηνή, κύριο ρόλο στη διάσωσή του διαδραμάτισε η μητέρα του Αμαλία, η οποία κτυπούσε τους επιτιθέμενους με ένα μπουκέτο από λουλούδια που κρατούσε στα χέρια της. H ίδια δεν τραυματίστηκε, απώλεσε όμως τον σύζυγό της και τον μεγαλύτερο γιό της. Οι δράστες της επίθεσης σκοτώθηκαν επί τόπου από την αστυνομία και τους σωματοφύλακες, ενώ ένας αθώος διερχόμενος έχασε επίσης τη ζωή του στη σύγχυση. Αρκετές ημέρες αργότερα, ο πρίγκιπας Μανουήλ ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Πορτογαλίας. Όμως η εξουσία του δεν κράτησε πολύ, παρά το γεγονός ότι τη χειρίστηκε πολύ ώριμα για το νεαρό της ηλικίας του, καθώς στις 5 Οκτωβρίου 1910 εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Οι ημέρες της μοναρχίας είχαν οριστικά τελειώσει, η επανάσταση στη χώρα κατέληξε στην ίδρυση της δημοκρατίας και εκείνος ήταν ο τελευταίος εστεμμένος του οίκου των Bragança. Όσο για τους Alfredo Costa και Manuel Buiça, μνημονεύτηκαν από μεγάλη μερίδα οπαδών του δημοκρατικού πολιτεύματος τον πρώτο καιρό ως τυραννοκτόνοι, ενώ χιλιάδες άτομα συγκεντρώνονταν στο μνημείο τους για να τους τιμήσουν. Με το πέρασμα των δεκαετιών όμως και κυρίως με την εξομάλυνση των πολιτικών παθών, τα πνεύματα ηρέμησαν. Στις ημέρες μας το τραγικό περιστατικό εκείνου του Φεβρουαρίου αναφέρεται ως βασιλοκτονία (Regicidio), δείχνοντας έστω εκ των υστέρων οίκτο, τουλάχιστον για τον 21χρονο που είχε την ατυχία να γεννηθεί διάδοχος του θρόνου κι ως τον αδόκητο θάνατό του δεν είχε αναμιχθεί σε ζητήματα πολιτικού ενδιαφέροντος. Το μοιραίο landau, επί του οποίου έλαβε χώρα το τελευτήσιο δράμα της πορτογαλικής μοναρχίας, εκτίθεται σήμερα στη μία από τις δύο μεγάλες αίθουσες του μουσείου. Τα ίχνη από τις σφαίρες παραμένουν επάνω του, σε πείσμα των καιρών και των ανθρώπων...


Για την Αμαλία της Ορλεάνης...

Προσωπικότητα με κύρος και επιβλητική ως παρουσία, η πριγκίπισσα της Γαλλίας που παντρεύτηκε τον Κάρολο Α' του οίκου των Bragança και έγινε βασίλισσα της Πορτογαλίας, υπήρξε μια δραστήρια εστεμμένη. Ήταν λιγότερο τυπική από την προκάτοχό της Μaria Pia, έμαθε γρήγορα τη γλώσσα της νέας της χώρας, ενώ ενδιαφερόταν για τη λογοτεχνία, την όπερα και το θέατρο. Διαδραμάτισε ενεργό ρόλο ως βασίλισσα, αμβλύνοντας χάρις στην προσωπική της δημοτικότητα την ολοένα και διογκούμενη δυσαρέσκεια των πολιτών προς τη μοναρχία. Εκτός από την ίδρυση του μουσείου των αμαξών, πρωτοστάτησε μεταξύ άλλων σε πολλά κοινωνικά και φιλανθρωπικά προγράμματα, που αφορούσαν κυρίως την πρόληψη και την θεραπεία της φυματίωσης. Το 1895, που ο Κάρολος Α' χρειάστηκε να λείψει γι αρκετό καιρό, εκτέλεσε και χρέη αντιβασιλέα. Χαρακτηριζόταν ήρεμη και ήπια, αν και συχνά την επέκριναν ως πολυέξοδη, ιδιαίτερα μετά την πολυτελή κρουαζιέρα με τα παιδιά της στη Μεσόγειο Θάλασσα το 1902. Μετά την βασιλοκτονία και την κατάρρευση της μοναρχίας, άφησε την Πορτογαλία μαζί με την υπόλοιπη βασιλική οικογένεια και πήγε στην εξορία. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης ζωής της στη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η πορτογαλική κυβέρνηση την κάλεσε να επιστρέψει στη χώρα που άλλοτε βασίλευε, αλλά εκείνη αρνήθηκε την προσφορά. Τελικά την επισκέφτηκε, για τελευταία φορά, το 1945. Έφυγε πλήρης ημερών, τον Οκτώβριο του 1951, έχοντας χάσει και τον μικρότερο γιό της Μανουήλ από ξαφνική ασθένεια το 1932. Αναμφίβολα, ήταν μια αληθινή βασίλισσα, μιας άλλης εποχής. Για τον δημόσιο βίο της, μπορούμε να πούμε πως ισχύει αυτό που έλεγαν για τις σπουδαίες προσωπικότητες οι αρχαίοι Έλληνες: Αρχή άνδρα δείκνυσι...

Η εξέλιξη των ειδών

Κάπου εδώ τελειώνει το ταξίδι των τριών αιώνων πίσω στο χρόνο, αφήνοντάς μας με τις καλύτερες εντυπώσεις όσον αφορά στα εκθέματα του μουσείου της Λισαβώνας. Στη διάρκειά του αποκτήσαμε σημαντικές γνώσεις και ερευνήσαμε στοιχεία που ερωτοτροπούν πλέον με την ισοπεδωτική λήθη των πολλών. Στο διάβα της εξέλιξής τους από τον 15ο αιώνα έως τα τέλη του 19ου, οι άμαξες έγιναν ελαφρύτερες και ασφαλέστερες. Από τις κατασκευές τύπου coach και berlin, με τη βαριά διακόσμηση και τις γλυπτές συνθέσεις που εξύψωναν στο έπακρο το κύρος των εστεμμένων, έφτασαν μέσω των δεκαετιών βελτίωσής τους σε πιο απλά και λειτουργικά σχήματα. Ωφελήθηκαν τα μέγιστα από την βιομηχανική επανάσταση, υιοθετώντας χαλύβδινα ελατήρια και ελάσματα που έκαναν πιο εύκολη τη ζωή των επιβατών τους στο ταξίδι. Ακολούθησαν τα ελατήρια στους εμπρός τροχούς, τα χειροκίνητα φρένα και οι πολλαπλές επιλογές από πλευράς διαμόρφωσης αμαξωμάτων. Στα τέλη του 19ου αιώνα διέθεταν και επίστρωση ελαστικού υλικού, στην επιφάνεια των τροχών που ερχόταν σε επαφή με το έδαφος, για τη μείωση των κραδασμών στο δρόμο. Όσο για τις αναρτήσεις, δεν σταμάτησαν ποτέ να εξελίσσονται και να βελτιώνονται κατά το δοκούν. Όταν έφτασε η εποχή της Αυτοκίνησης πολλές τεχνικές λύσεις ήταν ήδη δρομολογημένες, όπως για παράδειγμα το κτίσιμο των πλαισίων, τα φύλλα σούστας και τα φρένα στους εμπρός τροχούς. Οι άμαξες χωρίς άλογα, όπως χαρακτηρίζονταν στο ξεκίνημά τους τα πρώτα αυτοκίνητα, είχαν έτσι το αναγκαίο τεχνολογικό υπόβαθρο για να επιβιώσουν στα πρώτα δύσκολα χρόνια και στη συνέχεια να επικρατήσουν ολοκληρωτικά, σε όλες τις αγορές του πλανήτη.

Museu Nacional dos Coches, Av. da India 136, 1300-300 Lisboa, Portugal website: museudoscoches.pt

Museu Nacional dos Coches

Text & photos: Spiros Chatiras

Source: Guide National Coach Museum