Carhistory.gr Logo
  » lost names » Rover
Rover
lost names

Tο καλοκαίρι του 2004 συμπληρώθηκε ένας αιώνας κατασκευαστικής δραστηριότητας της Rover στο χώρο του αυτοκινήτου κι είναι πλέον ευκαιρία να μιλήσουν τα έργα της για εκείνη…

Η εταιρεία που φέρει ως έμβλημά της το πολεμικό πλοίο των Βίκινγκς, σχίζοντας ανεξερεύνητα και βαθειά νερά, είχε ήδη ένα παρελθόν 27 ετών βιομηχανικής εμπειρίας με αντικείμενο τα ποδήλατα, προτού ασχοληθεί για πρώτη φορά (1904) με την τετράτροχη νέα εφεύρεση.

Έκτοτε, μεγάλες προσωπικότητες πέρασαν από τις τάξεις της, υπηρετώντας την Αυτοκίνηση από υπεύθυνες και ηγετικές θέσεις: Tζον Κεμπ Στάρλεϊ (ιδρυτής), Όουεν Κλεγκ (μηχανικός), Σπένσερ & Μόρις Ουίλκς (διευθυντής & πρόεδρος), «Σπεν» Κινγκ (μηχανικός –σχεδιαστής), Ντέιβιντ Μπέις (ο άνθρωπος που σχεδίασε δύο αυτοκίνητα –νικητές του «Car of the Year»).

Στην προσωπική τους ακτινοβολία και τις εμπνεύσεις τους οφείλεται ο διαχρονικός εγκωμιαστικός τίτλος «τα καλά βρετανικά αυτοκίνητα», ως τελική κρίση για τα Rover, καθώς η καθαρή άποψη και το φλέγμα τους περνούσε με επιτυχία σε ό,τι έργο έκαναν.

Mετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών καμμιά σχεδόν σημασία δεν έχει το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τα κέρδη και οι ζημίες, οι εμπορικές επιτυχίες και οι τρανταχτές αποτυχίες: όλα χάνονται στο σκοτάδι ενός κάποτε επίκαιρου παρελθόντος και το μόνο που έχει αξία είναι το χειροπιαστό, αυτό που αγγίζεις και ταυτόχρονα εκείνο που θα μπορείς για πάντα να θαυμάζεις…    

1877–1924: Τα πρώτα χρόνια

Από την χρονιά της ίδρυσής της (1877) είχε καταφέρει να αποκτήσει πάρα πολύ καλό όνομα στον χώρο, όντας η πρώτη που παρουσίασε ποδήλατο με κίνηση στον πίσω τροχό (1884, «Rover Safety Bicycle»), βάζοντας οριστικά στο «χρονοντούλαπο» της Ιστορίας την δίκυκλη υπερκατασκευή με την τεράστια μπροστινή ρόδα που συχνά βλέπουμε σε φωτογραφίες εποχής. Χαρακτηριστικότερο μοντέλο της τότε περιόδου είναι το Rover «Imperial», που νίκησε σε όλους τους ποδηλατικούς αγώνες της Ολυμπιάδας του 1908. Ο πρώτος επιτυχημένος πειραματισμός που οδήγησε σταδιακά την εταιρεία σε άλλους δρόμους είναι η επινόηση ενός ηλεκτρικού κινητήρα το 1888, ο οποίος παρουσιάστηκε αναλυτικά στο περιοδικό «Αutocar» 15 χρόνια αργότερα. Παράλληλα, το μοτέρ εκείνο, ήταν το πρώτο της μηχανολογικής ιστορίας που κατασκευάστηκε ποτέ στο Κόβεντρι. Η εμπλοκή της Rover στην υπόθεση του αυτοκινήτου ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1904, όταν ο Έντμοντ Λιούις σχεδίασε το μονοκύλινδρο «8hp», χρησιμοποιώντας ευρέως και το αλουμίνιο στην κατασκευή των διαφόρων εξαρτημάτων του. Το τετράτροχο εκείνο διακρίθηκε και στους τότε αγώνες, νικώντας την κλάση του στο «Bexhill Speed Trial», ενώ ένα χρόνο αργότερα ολοκλήρωσε επιτυχημένα τον μαραθώνιο οδήγησης από το Λονδίνο ως την Κωνσταντινούπολη. Το 1906 η εταιρεία παρουσίασε τον πρώτο της 4κύλινδρο κινητήρα, που εφαρμοσμένος στο μοντέλο «20hp» κέρδισε ύστερα από λίγους μήνες το θρυλικό σήμερα «Tourist Trophy» στο νησί του Μαν: το ποτάμι δεν μπορούσε πλέον να γυρίσει πίσω, καθορίζοντας και το μέλλον της Rover ως διακεκριμένου κατασκευαστή αυτοκινήτων. To φθινόπωρο του 1911 έκανε την εμφάνισή του το εξαιρετικό μοντέλο «12hp» με κινητήρα 2.3 λίτρων, σχεδιασμένο από τον Όουεν Κλεγκ, που αποτέλεσε και την βάση για τις τετράτροχες δημιουργίες των επόμενων χρόνων. Την περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου οι εγκαταστάσεις της Rover χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή κυρίως μοτοσικλετών, με αποδέκτη τον βρετανικό και τον ρωσικό στρατό, ενώ από το εργοστάσιό της έφυγαν πλήρως εξοπλισμένα και αρκετά φορτηγά οχήματα. Οι ειρηνικές βιομηχανικές δραστηριότητες άρχισαν ξανά το 1919, χρονιά κατά την οποία προέκυψε το ιδιαίτερα δημοφιλές «8hp twin», με αερόψυκτο δικύλινδρο επίπεδο κινητήρα ενός λίτρου, εμπνευσμένο από την υπάρχουσα τεχνογνωσία των μοτοσικλετών. Το αυτοκίνητο αυτό γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και παρέμεινε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας ως την έλευση του ιστορικού Αustin «Seven». Αντίστοιχα, διατήρησε τον άτυπο τίτλο του πιο ευάριθμου Rover παραγωγής ως τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ένα ακόμη σημαντικό μοντέλο, το 4κύλινδρο «Nine» που σχεδιάστηκε το 1923, πρόσθεσε με τις πωλήσεις του περισσότερη αίγλη στο όνομα της εταιρείας. Αντίθετα, αυτό δεν συνέβη με το 3.5 λίτρων «14/45», το πρώτο 6κύλινδρο αυτοκίνητο της Rover, που παρά την ποιοτική κατασκευή του αποδείχθηκε εμπορικά αποτυχημένο. Το 1924 ο κύκλος των ποδηλάτων και των μοτοσικλετών έκλεισε οριστικά για τον Βρετανό κατασκευαστή, αριθμώντας αντίστοιχα 400.000 και 100.000 μονάδες συνολικής παραγωγής. Το χρησιμοποιούμενο ως έμβλημα της εταιρείας πολεμικό καράβι των Βίκινγκς, με ανοικτά τα πανιά του και με ευνοϊκό άνεμο, έπλεε πια πάσει δυνάμει για νέες κατακτήσεις…

1925–1930: Από τη «Light Six» ως το «Meteor»

Οι επιτυχίες των 4κύλινδρων αυτοκινήτων της εταιρείας την διετία 1925–26 στους αγώνες της διάσημης πίστας Βrooklands, καθώς και η κατάκτηση του «RAC‘s Dewar Trophy», δεν εμπόδισαν την εμφάνιση ενός νέου και διαφορετικού αυτοκινήτου: Η δίλιτρη 6κύλινδρη “Light Six” ήταν ήδη παρούσα το 1928 και, δύο χρόνια αργότερα, τα κατάφερε περίφημα στην «αναμέτρησή» της με το «Μπλε Τραίνο» που διέτρεχε την Γαλλία από την Ριβιέρα ως το Καλαί, ταξιδεύοντας με μέση ωριαία ταχύτητα 110 χιλιομέτρων την ώρα. Τέτοιου είδους συγκρίσεις συνηθίζονταν εκείνα τα χρόνια, όπως –τηρουμένων των αναλογιών- γίνεται σήμερα, μεταξύ αγωνιστικών πρωτοτύπων και αεροσκαφών. Η «Light Six» γνώρισε μεγάλη επιτυχία κι έθεσε τις βάσεις για τα περισσότερα μοντέλα της Rover, την δεκαετία του 1930. Ιδιαίτερα καλής φήμης έχαιραν οι εκδόσεις «Sportsman», όπως επίσης και οι «Meteor» με το επιμηκυμένο σασί και τους κινητήρες των 2.5 -2.7 λίτρων.

Από το Scarab στην Ρ4

Το 1931 η εταιρεία παρουσίασε το «Scarab», με μηχανικό σύνολο V4 των 840 κ.εκ. τοποθετημένο πίσω και προτεινόμενη τιμή αγοράς 85 λίρες. Όμως, το μικρό όχημα, δεν κατόρθωσε να φθάσει ως την αλυσίδα παραγωγής, με αποτέλεσμα η Rover να παραμείνει ως κατασκευαστής στο χώρο των αυτοκινήτων της μεσαίας κατηγορίας. Την περίοδο 1934–1937 παρουσιάστηκαν οι σειρές «Ρ1» και «Ρ2», που ανέβασαν τον πήχυ του ανταγωνισμού, με τις υψηλές προδιαγραφές κατασκευής, το επίπεδο εξοπλισμού τους και τα εξευγενισμένα sport & saloon αμαξώματά τους: κιβώτια ταχυτήτων τεσσάρων σχέσεων, εξελιγμένες αναρτήσεις και υδραυλικού τύπου φρένα ήταν τα κύρια γνωρίσματα για τα 4κύλινδρα «Type 10 –12» των 1.4 λίτρων, όσο και για το 6κύλινδρο «Type 14» των 1.6 λίτρων ή το δίλιτρο «Τype 16» που έκλεισε τον κύκλο των «Ρ2». Το 1948 ήταν μια ιστορική χρονιά για την Rover, με την εμφάνιση του πολυθρύλητου off –road «Land Rover» και την γενικευμένη ανανέωση της σχεδιαστικής γραμμής των νέων αυτοκινήτων της εταιρείας. Τα χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όπου στις βιομηχανικές της εγκαταστάσεις συναρμολογούνταν κινητήρες αεροπλάνων και αρμάτων μάχης, βρίσκονταν πια στην «άκρη» της μνήμης όσων τα έζησαν. Η είσοδος της οικογένειας των «Ρ3» στον κόσμο του αυτοκινήτου, με τις 4κύλινδρες εκδόσεις των 60 ίππων και τις δίλιτρες 6κύλινδρες των 75 ίππων, έγινε δεκτή με ευνοϊκά σχόλια από την βρετανική και διεθνή σκηνή. Ωστόσο, σύντομα έδωσε τη θέση της στην επόμενη γενιά αυτοκινήτων της Rover, που φανερά επηρεασμένη από τους αμερικανικούς «ιδιωματισμούς» εμφανίστηκε διαφοροποιημένη από το αισθητικό παρελθόν της εταιρείας: οι «Ρ4», με σαφώς στρογγυλευμένες επιφάνειες και ένα τρίτο φωτιστικό σώμα να ξεπροβάλλει από τις γρίλιες του εμπρός μέρους, απέκτησαν γρήγορα το προσωνύμιο «Cyclops». Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 όμως η σειρά ανανεώθηκε, επιστρέφοντας στο παραδοσιακό βρετανικό στιλ. Εφοδιασμένη με μηχανικά σύνολα 2.0 –2.6 λίτρων έμεινε στην παραγωγή ως το 1964, κερδίζοντας με άνεση τον τίτλο του περισσότερο επιτυχημένου Rover ως εκείνη τη χρονιά. 

1961–1980: Ψηλά, στην κορυφή

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η εμπορική σταδιοδρομία της «Ρ4» συνεχιζόταν επιτυχημένα, παρά την μακρόχρονη παραμονή της στην αλυσίδα παραγωγής. Την ίδια εποχή, οι υπεύθυνοι της εταιρείας αποφάσισαν την εξέλιξη ενός αυτοκινήτου που να απευθύνεται κυρίως σε διευθυντικά στελέχη και ανώτερους κρατικούς λειτουργούς, καθώς πίστευαν πως είχαν την δυνατότητα να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους και να αναδείξουν το κύρος της θέσης τους στο κοινωνικό σύνολο. Το αποτέλεσμα των δημιουργικών τους προβληματισμών ήταν η «Ρ5», που στις πολυτελείς εκδόσεις των 3 και 3.5 λίτρων προτιμήθηκε από αρκετούς πρωθυπουργούς και εξέχοντα μέλη της βρετανικής κυβέρνησης, με αποκορύφωμα την απόκτηση ενός τέτοιου μοντέλου από την βασίλισσα της Αγγλίας για τις επίσημες μετακινήσεις και τα ταξίδια αναψυχής της. Ωστόσο ιστορία για την Rover έμελλε να γράψει ο αντικαταστάτης της «Ρ4», που παρουσιάστηκε το 1964 και στην αρχική του έκδοση διέθετε 4κύλινδρο δίλιτρο κινητήρα. Η «Ρ6 2000–3500» έμεινε στην παραγωγή για 15 ολόκληρα χρόνια, συντρίβοντας όλα τα ρεκόρ της προκατόχου της. Σήμερα άφοβα μπορεί κανείς να πεί πως η «Ρ6» αποτέλεσε το σημαντικότερο αυτοκίνητο της εταιρείας, από καταβολής της. Ο φημισμένος διαγωνισμός «Car of the Year» μεταξύ των κορυφαίων Ευρωπαίων δημοσιογράφων, που την χρονιά της κυκλοφορίας της πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά, την ανέδειξε με άνεση νικήτρια παρά το ισχυρό όνομα της μεγαλύτερης αντιπάλου της (Μercedes). To αυτοκίνητο αυτό που διέθετε μεταξύ άλλων δισκόφρενα σε όλους τους τροχούς, μετάδοση κίνησης πίσω και άξονα De Dion ήταν το τελευταίο της Rover, προτού εκείνη εισέλθει στον όμιλο της British Leyland, προκειμένου να ισχυροποιηθεί η βιομηχανία οχημάτων της «Γηραιάς Αλβιόνας». Το 1968 εφοδιάστηκε με κινητήρα V8 προερχόμενο από την Βuick (για πρώτη φορά σε μοντέλο παραγωγής της εταιρείας) των 3.5 λίτρων, με τον οποίο έφθασε στην ανώτατη εξέλιξή του. Παράλληλα, οι τρίλιτρες αγωνιστικές εκδόσεις της «Ρ5» συμμετείχαν τότε συστηματικά σε διάσημα ράλι του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, όπως τα «Ακρόπολις» και «Μόντε Κάρλο», καθώς και στο αφρικανικό  «Σαφάρι», με σημαντικότερο και δημοφιλέστερο οδηγό τον Ρότζερ Κλαρκ. Oι επιτυχίες από κατασκευαστικής πλευράς συνεχίστηκαν και σε διαφορετικούς τομείς της αυτοκίνησης, αφού το 1970 ξεκίνησε από τις βιομηχανικές της εγκαταστάσεις ένας ακόμη θρύλος για την τετρακίνηση, που δεν ήταν άλλος από το «Range Rover». Ύστερα από πολλές αναβαθμίσεις και αρκετές εξωτερικές επί μέρους αλλαγές έφθασε, στα μέσα της δεκαετίας των «seventies», η ώρα που το «Ρ6» έπρεπε να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Ο διάδοχός του όφειλε να είναι εξίσου σπουδαίος και πράγματι αυτό συνέβη: το διαφορετικής σχεδιαστικής φιλοσοφίας «SD1», που χρησιμοποιούσε τους ίδιους κινητήρες με τον ένδοξο προκάτοχό του, κατόρθωσε την πρώτη χρονιά της κυκλοφορίας του (1977) να νικήσει στον διαγωνισμό «Car of the Year» και να ξεκινήσει την σταδιοδρομία του με τις καλύτερες προδιαγραφές. Παρέμεινε στην αλυσίδα παραγωγής της Rover για δέκα χρόνια και αναρριχήθηκε στην δεύτερη θέση του πίνακα των περισσότερο εμπορικών μοντέλων της, μέχρι τότε…

To όνομα του Ρόδου

Τα οικονομικά προβλήματα του ομίλου «Βritish Leyland», που επέβαλλαν την κρατικοποίησή του από την βρετανική κυβέρνηση ήδη από το 1975, έφεραν μεγάλες αλλαγές στην Rover. Η νέα διοίκηση της εταιρείας κατόρθωσε να συνάψει συμφωνία με την Ηonda, που σκοπό είχε την χρήση της ιαπωνικής τεχνογνωσίας κατόπιν αδείας, για την έναρξη της παραγωγής νέων μοντέλων. Έτσι γεννήθηκε το 1984 η σειρά «200», που σήμανε την επιστροφή του διακεκριμένου κατασκευαστή στην κατηγορία των μικρών οχημάτων, ύστερα από 50 και πλέον χρόνια. Η κίνηση αυτή συνοδεύτηκε από εμπορική επιτυχία, ενώ το «200» ήταν το πρώτο αυτοκίνητο της Rover με μετάδοση της κίνησης στους εμπρός τροχούς. Δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε η σειρά «800», που εξοπλίστηκε με τους V6 κινητήρες της Ηonda και τους νέους 4κύλινδρους δίλιτρους 16βάλβιδους της βρετανικής εταιρείας.

Από τη British Aerospace στο BMW Group

Το 1988 η Rover απέκτησε νέο ιδιοκτήτη, την Βritish Aerospace, ύστερα από την εξαγγελία του προγράμματος ιδιωτικοποίησης των μελών που αποτελούσαν την «British Leyland» και την αποτυχημένη προσπάθεια της Ford να την αγοράσει. Σύντομα ήταν έτοιμη και η καινοτόμος σειρά κινητήρων «Κ», που εφοδίασε το «200» δεύτερης γενιάς και το ανέδειξε στο πιο επιτυχημένο εμπορικά αυτοκίνητο όλων των εποχών για την Rover. Με βάση το Honda «Concerto» ξεκίνησε το 1990 η παραγωγή του «400», το οποίο ακολούθησαν ύστερα από δύο περίπου χρόνια οι πολυτελείς σειρές «600» και «800», που παρέπεμπαν στην παράδοση που είχε άλλοτε δημιουργήσει η «Ρ5». Τους πρώτους μήνες του 1994 η Rover πέρασε στον έλεγχο της γερμανικής ΒΜW κι ένα χρόνο αργότερα παρουσίασε στην διεθνή αγορά την επόμενη γενιά των «200» και «400». Το 1998 έφθασε η ώρα για την πρώτη εμφάνιση του «75», στην έκθεση αυτοκινήτου του Μπέρμινγχαμ. Το νέο μοντέλο ήταν διαθέσιμο προς πώληση τον Ιούνιο του 1999, ενώ ως το τέλος εκείνου του χρόνου ολοκληρώθηκε η προετοιμασία για την εμπορική σταδιοδρομία των επίσης νέων «25» και «45». Τον Μάρτιο του 2000 η ΒΜW, με μια αιφνιδιαστική κίνηση, αποποιήθηκε τον έλεγχο του Rover Group (που έχει ως δεύτερο μέλος του από παλιά την ΜG).

Phoenix Consortium

Έπειτα από δύο μήνες αβεβαιότητας σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας, το «Phoenix Consortium» ανέλαβε τα ηνία και την ευθύνη να οδηγήσει με επιτυχία την Rover στον 21ο αιώνα. Υπό την καινούργια διεύθυνση ο Βρετανός κατασκευαστής παρουσίασε τον Μάιο του 2001 το «75 Tourer» και υλοποίησε το πρόγραμμα παραγωγής των νέων μοντέλων από το 2003: «Commerce» -«Streetwise» & «CityRover». Ακόμη, στην διεθνή έκθεση αυτοκινήτου της Γενεύης του 2004 όλοι οι επισκέπτες θαύμασαν την ναυαρχίδα της «75 V8», με τον κινητήρα των 4.6 λίτρων, που φέρνει μαζί της την αίγλη και το αθλητικό πνεύμα της μυθικής «Light Six» των ημερών της δεκαετίας του 1930.

Μade in China

Ωστόσο, τα πράγματα και πάλι άλλαξαν για την εταιρεία, καθώς βρέθηκε ξανά με νέο ιδιοκτήτη. Ο τελευταίος –μια κινεζική αυτοκινητοβιομηχανία- υπόσχεται πως τελικά δεν θα αφήσει το όνειρο να σβήσει, παρά το γεγονός ότι δε μπορεί να χρησιμοποιήσει το εμπορικό σήμα της Rover, του οποίου τα δικαιώματα παραμένουν στο ΒΜW Group. Σήμερα, στη μεγάλη και ταχύτατα αναπτυσσόμενη ασιατική χώρα παράγεται ακόμη το «75», έστω κι αν στη μάσκα του το καράβι των Βίκινγκς εμφανίζεται για ευνόητους λόγους διαφοροποιημένο και το όνομα της εταιρείας έχει πλέον μεταλλαχθεί σε «Rowe».

ROVER GAS TURBINE CARS

Από τους πρώτους κιόλας μήνες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου η Rover ανέλαβε, με εντολή του Υπουργείου Αεροπορίας και σε συνεργασία με την «Power Jets Company», την εξέλιξη ενός τολμηρού προγράμματος από το οποίο θα προέκυπτε ο πρώτος βρετανικός αεριωθούμενος κινητήρας για μαχητικά αεροσκάφη. Από το 1940 ως το 1943 οι υπεύθυνοι των δύο εταιρειών εργάστηκαν επάνω στη νέα αυτή τεχνολογία, ώσπου να πάρει την δουλειά η Rolls –Royce, δίνοντας για αντάλλαγμα στη Rover το πρόγραμμα σχεδίασης και παραγωγής κινητήρων για άρματα μάχης. Οι άνθρωποι της Rover, γοητευμένοι από τα πλεονεκτήματα των αεριοστροβίλων (απουσία ταλαντώσεων, μικρότερο βάρος, χαμηλότερες εσωτερικές πιέσεις) και πιστεύοντας ότι θα αντιμετωπίσουν επιτυχώς τα μειονεκτήματά τους (πολύ μεγάλη κατανάλωση καυσίμου, σημαντική καθυστέρηση στην απόκριση) αποφάσισαν μετά το τέλος του πολέμου να υιοθετήσουν την τεχνολογία τους για κάποια από τα αυτοκίνητά τους.

 

Το πρώτο πειραματικό Rover με αεριοστρόβιλο ήταν το «Jet 1», που εξελίχθηκε για τα περαιτέρω με βάση το σασί του γνωστού μας πλέον «Ρ4 75». Τριθέσιο και με την τουρμπίνα τοποθετημένη στο κέντρο, το «Jet 1» ήταν έτοιμο για την πρώτη δημόσια εμφάνισή του τον Μάρτιο του 1950. Το αυτοκίνητο πρόλαβε να δείξει ένα μέρος των δυνατοτήτων του, πραγματοποιώντας επίδοση –ρεκόρ στην κάλυψη του μιλίου από στάση, ενώ συνέχισε να δίνει το παρών σε αγωνιστικές επιδείξεις ως τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1960. Ενθαρρυμένη από την πρώτη εκείνη απόπειρα, η Rover παρουσίασε ένα ακόμη gas turbine car στο Σαλόνι του Έρλς Κωρτ το 1956. Το «Τ3 Coupe», όπως ονομάστηκε, ήταν ένα πολύ όμορφο αυτοκίνητο με αμάξωμα από φάιμπεργκλας που εκτός των άλλων διέθετε και τετρακίνηση, ενώ κάλυπτε τα 100 χλμ/ώρα από στάση σε 10.5 δευτερόλεπτα. Η τρίτη και τελευταία προσπάθεια της εταιρείας για ένα αυτοκίνητο παραγωγής με αεριοστρόβιλο, φαίνεται πως ήταν η καλύτερη: βασισμένο στο πλαίσιο του επερχόμενου «Ρ6 2000» το «Τ4» εμφανίστηκε δημόσια για πρώτη φορά στην έκθεση της Νέας Υόρκης το 1962, υποχρεώνοντας τους ενθουσιασμένους Αμερικανούς δημοσιογράφους να μιλήσουν για «πραγματική επανάσταση».

 

Λίγους μήνες αργότερα ήταν η σειρά των θεατών των «24 ωρών» του Μαν να μείνουν άναυδοι, παρακολουθώντας το αυτοκίνητο να πραγματοποιεί έναν απίστευτα γρήγορο γύρο, λίγο πριν το ξεκίνημα του κλασικού αγώνα. Ο επίλογος της 15ετούς σχεδόν προσήλωσης του Βρετανού κατασκευαστή στο πειραματικό πρόγραμμα των αεριοστροβίλων γράφτηκε στην ίδια πίστα, το 1963 και το 1965, κάνοντας πραγματικότητα μια ιδέα που είχαν από κοινού η Rover και η BRM. Το αγωνιστικό που συμμετείχε στους δύο αυτούς αγώνες, ανταμείφθηκε με δύο διαπρεπείς τερματισμούς στην 8η και στην 10η θέση, με οδηγούς τους επίσημους πιλότους της δεύτερης στα Grand Prix (Γκρέιαμ Χιλ, Ρίτσι Γκίνθερ, Τζάκι Στιούαρτ). Έκτοτε, και με δεδομένη την ένταξη στο group της British Leyland (που σήμαινε και αλλαγή «πολιτικής») η Rover δεν ασχολήθηκε ξανά με την βελτίωση των κινητήρων jet, ακολουθώντας δρόμους περισσότερο ρεαλιστικούς…  

carhistory

Photos: Rover (2004)