Carhistory.gr Logo
  » lost names » Simca Chambord
Simca Chambord
lost names
To πρώτο μοντέλο της γαλλικής εταιρείας που κατασκευάστηκε και σταδιοδρόμησε στη Βραζιλία.

Το πολυτελές 4θυρο sedan που εκπροσώπησε τη Simca στην αγορά της μεγαλύτερης χώρας της Νότιας Αμερικής ήταν ουσιαστικά ένα αντίγραφο της δεύτερης γενιάς ενός μοντέλου, γνωστού στην Ευρώπη ως Vedette (αλλά και ως Βeaulieu, Presidence και Marly). Επί γαλλικού εδάφους παραγόταν από το 1958 μέχρι το 1961, ενώ κατασκευαζόταν κατόπιν αδείας και στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας. Η γεωγραφική του επέκταση δεν έμεινε εκεί, αφού κλήθηκε να αναλάβει το ρόλο του εναρκτήριου μοντέλου της Simca do Brasil, που ιδρύθηκε στις αρχές Μαΐου του 1958 και χρειαζόταν κάτι καλό για να ξεκινήσει μια επιτυχημένη εμπορική πορεία. Τον Μάρτιο του επόμενου χρόνου, κύλησε στους τροχούς του το πρώτο αυτοκίνητο που εξήλθε από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της Simca στο Belo Horizonte. Κάτω από το κάλυμμα του κινητήρα του φιλοξενούσε το V8 μηχανικό σύνολο των 2.35 λίτρων της εταιρείας, ισχύος 84 ίππων, που συνδυαζόταν με χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων των τριών σχέσεων. Το 1961 η απόδοση του μοντέλου ανέβηκε στους 90 ίππους, με ταυτόχρονη αύξηση της ροπής του κατά 15%, ενώ το 98% επί του συνόλου των εξαρτημάτων κατασκευαζόταν πλέον στη Βραζιλία. Tα επόμενα χρόνια παρουσιάστηκε μια ισχυρότερη και πιο πολυτελής έκδοση, κωδικοποιημένη ως Tufao (ανεμοστρόβιλος), με τον κινητήρα της αναβαθμισμένο στα 2.4 λίτρα και απόδοση 109 ίππων. Τον Νοέμβριο του 1966 ο διάδοχός του, το Simca Esplanada, εμφανίστηκε στο Σαλόνι Αυτοκινήτου του Sao Paolo. Κάπου εκεί ολοκληρώθηκε η σταδιοδρομία του Chambord, που δεν τα πήγε και άσχημα, καθώς η συνολική παραγωγή του αρίθμησε 42.910 μονάδες.

Ένας θρύλος οδηγεί (;) Chambord
Ο Μανέ Γκαρίντσα, διεθνής ποδοσφαιριστής της Μποταφόγκο και παγκόσμιος πρωταθλητής με την Εθνική Βραζιλίας το 1958, ήταν ένας από τους πιο διάσημους ιδιοκτήτες του αυτοκινήτου. Το απέκτησε το 1961 κερδίζοντας ένα διαγωνισμό της αθλητικής εφημερίδας Jornal dos Sports, που το είχε ως έπαθλο. Όμως, όσο δεξιοτέχνης κι αν ήταν με τη στρογγυλή θεά και τις όμορφες γυναίκες, τόσο άτεχνος ήταν πίσω από το τιμόνι. Την εποχή εκείνη δεν είχε ούτε καν δίπλωμα οδήγησης, ωστόσο ακόμα κι όταν απέκτησε τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν ποτέ. Εξήντα χρόνια αργότερα ο λαός του, όπως και η παγκόσμια ποδοσφαιρική κοινότητα που στο πέρασμα των δεκαετιών τον αγιοποίησε, δε θυμάται τίποτα από τα διάφορα συμβάντα του αυτοκαταστροφικού του χαρακτήρα. Άλλωστε, ποιός μπορεί να θυμώσει με την «ντρίμπλα του Θεού»;

MANE GARRINCHA: O DRIBLE DE DEUS 
Toν Ιούνιο του 1958 η εθνική Βραζιλίας ταξίδεψε για τη Σουηδία, προκειμένου να πάρει μέρος στην τελική φάση του έκτου παγκοσμίου Κυπέλλου. Οχτώ χρόνια μετά την αποφράδα ημέρα στο Μαρακανά, όπου έχασε το τρόπαιο μέσα στο σπίτι της από την ψυχωμένη Ουρουγουάη, ήταν μεταξύ των μεγάλων φαβορί της διοργάνωσης. Ο προπονητής της Βισέντε Φεόλα, που λίγους μήνες νωρίτερα είχε καθοδηγήσει τη σελεσάο στο Κόπα Αμέρικα, είχε μαζί του στη σκανδιναβική χώρα μια εκπληκτική πεντάδα, που ήταν ικανή να σκορπίσει τον πανικό σε κάθε αντίπαλη άμυνα. Oργανωτής της ήταν ο Βαλντίρ Περέιρα Ντιντί, μεγάλος πασαδόρος και σπεσιαλίστας στα χτυπήματα φάουλ, που έπαιζε στη Μποταφόγκο. Μαζί του ο σέντερ-φορ της Βάσκο ντα Γκάμα Ισιντόρο Νέτο Βαβά και ο αριστερός εξτρέμ της Μποταφόγκο Μάριο Λόμπο Ζαγκάλο. Αυτούς τους τρεις πλαισίωνε το μεγάλο αστέρι της Σάντος, ο μόλις 17χρονος Έντσον Αρέντες ντο Νασιμέντο, που όλοι σήμερα αναγνωρίζουν με το υποκοριστικό Πελέ.

Mανέ, ο απρόβλεπτος

Όμως υπήρχε ένας ακόμη, που επίσημα άκουγε στο όνομα Manuel Francisco dos Santos και που ο χοντρός (όπως ήταν το παρατσούκλι του Φεόλα) ήταν θυμωμένος ήταν μαζί του. Η δυσαρέσκειά του ήταν δικαιολογημένη, αφού ο ποδοσφαιριστής της Μποταφόγκο σε ένα από τα φιλικά προετοιμασίας που έδωσε η Βραζιλία στην Ευρώπη με την Φιορεντίνα, διέπραξε ανωριμότητες. Στην κορυφαία από αυτές πέρασε τέσσερις αντιπάλους, έβγαλε εκτός μάχης τον τερματοφύλακα και στη συνέχεια... περίμενε εμπρός στο κενό τέρμα να τον πλησιάσει ένας ακόμη αμυντικός της ιταλικής ομάδας, τον οποίο επίσης εξουδετέρωσε πριν στείλει οριστικά τη μπάλα στα ανυπεράσπιστα δίχτυα! Εξ αιτίας της σιωπηλής τιμωρίας του, δεν έπαιξε στους δύο πρώτους αγώνες της διοργάνωσης. Όμως η παρουσία του φαινόταν απαραίτητη, αφού χωρίς αυτόν δε μπορούσε να λειτουργήσει το νέο σύστημα ανάπτυξης του Φεόλα. Άλλωστε, πώς ήταν δυνατόν να μείνει εκτός ενδεκάδας το καλύτερο εξτρέμ στην Ιστορία;

Garrincha

Γεννημένος στο Πάου Γκράντε του Ρίο ντε Τζανέιρο, ο Mανέ προερχόταν από πολύ φτωχή οικογένεια, με πατέρα αλκοολικό και με άλλα οκτώ αδέλφια. Με αυτές τις προδιαγραφές το μέλλον του στη ζωή φαινόταν δυσοίωνο, ενώ είχε γεννηθεί και με μια μικρή δυσμορφία στα πόδια, που δεν ήταν ίσα μεταξύ τους, με το δεξί του να λυγίζει ελαφρά προς τα μέσα. Με το πέρασμα των χρόνων και παίζοντας ποδόσφαιρο στις αλάνες, όπως αμέτρητα άλλα παιδιά, ο μικρός έμαθε να εκμεταλλεύεται αυτό που φαινόταν ως μειονέκτημα στο σώμα του: Ο συνδυασμός του χαμηλού κέντρου βάρους του με τη δυσμορφία που είχε, του επέτρεψε να αναπτύξει μια ντρίπλα που δε μπορούσε να αντιμετωπίσει κανείς, καθώς ήταν ανίκητος στο ένας εναντίον ενός. Σύντομα, εξ αιτίας αυτών των τόσο ιδιαίτερων ελιγμών του μέσα στο τερέν, απέκτησε το παρατσούκλι garrincha, από το όνομα ενός μικρού σπουργιτιού του Αμαζονίου με παρόμοια κινητική συμπεριφορά. To 1948 εντάχθηκε στην ομάδα της Esporte Clube Pau Grande και πέντε χρόνια αργότερα, σε ηλικία 20 χρόνων, πήγε να δοκιμαστεί στη Μποταφόγκο. Εκεί κατέπληξε τους πάντες από την πρώτη του κιόλας προπόνηση, αφήνοντας αρκετές φορές άγαλμα τον Νίλτον Σάντος, που για δεκαετίες εθεωρείτο από τους ειδικούς του ποδοσφαίρου το καλύτερο πλάγιο μπακ στον πλανήτη. Μάλιστα, εκείνος ήταν που συνέστησε στους υπεύθυνους της ομάδας να τον αποκτήσουν. Ο Μανέ υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο βάζοντας απλά μια τελεία, αφού ήταν εντελώς αγράμματος. To γεγονός αυτό βέβαια δεν τον εμπόδισε να καθιερωθεί στη βασική ενδεκάδα από την πρώτη κιόλας χρονιά, σημειώνοντας 20 γκολ σε 26 αγώνες, τα τρία από αυτά στην πρώτη του εμφάνιση. Το 1957 κερδίζει το πρώτο του πρωτάθλημα με τη φανέλα της Μποταφόγκο, απολαμβάνοντας να εξουδετερώνει όποιον αντίπαλο ερχόταν να τον αντιμετωπίσει στη δεξιά πτέρυγα και να δίνει τις ωραιότερες τελικές πάσες στους συμπαίκτες του. Δύο χρόνια νωρίτερα είχε ανοίξει γι αυτόν η πόρτα της εθνικής Βραζιλίας, στην οποία έκανε την πρώτη του εμφάνιση. Είχε ήδη επτά συμμετοχές σε αυτήν, πριν ανέβει μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας στο αεροπλάνο για τη Σουηδία...

Στην κορυφή του κόσμου...

Στο έκτο παγκόσμιο κύπελλο ο Βισέντε Φεόλα, λάτρης του επιθετικού ποδοσφαίρου, εφάρμοσε στην ομάδα του για πρώτη φορά το σύστημα 4-2-4 (4 αμυντικοί, 2 μέσοι, 4 επιθετικοί). Ο πρώτος αγώνας με την Αυστρία ήταν εύκολος για τη σελεσάο, που επικράτησε με το πειστικό 3-0. Όμως, στη δεύτερη αναμέτρηση με την Αγγλία, η ομάδα δυσκολεύτηκε και έμεινε στο 0-0, χωρίς να δημιουργήσει πολλές φάσεις. Ο προπονητής αποφάσισε να προχωρήσει σε αλλαγές, αντικαθιστώντας στην αρχική ενδεκάδα τους Ζοέλ, Σάνι και Ματσόλα με τους Πελέ, Ζίτο και Γκαρίντσα. Το αποτέλεσμα του αγώνα τον δικαίωσε, καθώς η Βραζιλία κέρδισε τη Σοβιετική Ένωση με 2-0. Η συμβολή του Μανέ στη νίκη ήταν καθοριστική, αφού με τις επελάσεις του αποδιοργάνωσε την άμυνά της κι έδωσε στον Βαβά τις δύο κρίσιμες πάσες, που μεταφράστηκαν σε ισάριθμα γκολ. Στο εξής, ο 25χρονος με την αριστουργηματική ντρίμπλα θα εξελισσόταν σε έναν από τους στυλοβάτες της προσπάθειας της εθνικής να κατακτήσει τον πρώτο της παγκόσμιο τίτλο. Στις 29 Ιουνίου η ημέρα του μεγάλου τελικού έφτασε, αφού προηγούμενα η Βραζιλία είχε επιτύχει μια δύσκολη νίκη επί της Ουαλλίας στα προημιτελικά με 1-0 και μια επιβλητική με 5-2 επί της Γαλλίας στα ημιτελικά. Οι καριόκας αντιμετώπιζαν την πολύ καλή εκείνη την εποχή Σουηδία, που προηγήθηκε με δυνατό σουτ του Νιλς Λίντχολμ στο τρίτο λεπτό. Οι Βραζιλιάνοι αιφνιδιάστηκαν, όχι όμως και ο Γκαρίντσα, που με μια καταπληκτική προσπάθεια από τη δεξιά πλευρά έδωσε την ευκαιρία στον Βαβά να ισοφαρίσει στο ένατο λεπτό. Κάνοντας ακριβώς το ίδιο, λίγο μετά τη συμπλήρωση του ημιώρου, επέτρεψε στον σέντερ-φορ της Βάσκο ντα Γκάμα να ζευγαρώσει τα τέρματά του και να βάλει μπροστά τη σελεσάο στο σκορ. Από εκεί και πέρα δεν υπήρχε αμφιβολία για το ποιός θα είναι ο τελικός νικητής. Με τρία ακόμη γκολ, δύο από τον Πελέ και ένα από τον Ζαγκάλο, η μεγάλη νοτιοαμερικάνικη χώρα σήκωσε το Ζιλ Ριμέ ψηλά στον ουρανό της Στοκχόλμης. Οι παίκτες της εθνικής ομάδας έκαναν τρεις φορές το γύρο του θριάμβου, χειροκροτούμενοι από 55.000 θεατές, κρατώντας μια σουηδική σημαία. Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, η πατρίδα πανηγύριζε, από τα βάθη του Αμαζονίου μέχρι την πολυάνθρωπη παραλία της Κόπα Καμπάνα: O μύθος της Βραζιλίας, είχε ξεκινήσει...

Δυό φορές παγκόσμιος

O Mανέ παρέμεινε βασικό μέλος στην εθνική Βραζιλίας και μετά το θρίαμβο του 1958. Έτσι, κλήθηκε να υπεραπιστεί τον παγκόσμιο τίτλο της χώρας του και στη διοργάνωση του 1962, που διεξήχθη στη γειτονική Χιλή. Προπονητής της ομάδας ήταν πλέον ο Αϊμορέ Μορέιρα, που προτίμησε να πάρει μαζί του τον κορμό της ομάδας που νίκησε στα γήπεδα της Σουηδίας, τέσσερα χρόνια πριν. Η απόφασή του αποδείχθηκε σωστή, αφού τα πράγματα στο ποδόσφαιρο είχαν αρχίσει πια να αλλάζουν, με τις σκληρές άμυνες και τις μεθόδους καταστροφής του αντιπάλου να κυριαρχούν. Η ομάδα είχε την ατυχία να χάσει το μεγάλο αστέρι της, τον Πελέ, στον δεύτερο κιόλας αγώνα. Το μαύρο διαμάντι τραυματίστηκε στη συνάντηση με την Τσεχοσλοβακία, στο 62ο λεπτό, με τη σελεσάο να δείχνει επιθετικές αδυναμίες. Στη συνέχεια της διοργάνωσης αντικαταστάθηκε από τον αριστεροπόδαρο κυνηγό της Μποταφόγκο Ταβάρες ντα Σίλβα Αμαρίλντο, που έβαλε τα δύο γκολ της νίκης απέναντι στη σκληροτράχηλη Ισπανία του Χελένιο Χερέρα, ενώ το κύριο βάρος των εμπνεύσεων και των πρωτοβουλιών έπεσε στον Γκαρίντσα. Εκείνος ανταποκρίθηκε απόλυτα στο ρόλο και στις δύο επόμενες αναμετρήσεις, με την Αγγλία στα προημιτελικά και τη Χιλή στα ημιτελικά, έκανε τους καλύτερους αγώνες της ζωής του με τη φανέλα της εθνικής. Με δύο δικά του γκολ η Γηραιά Αλβιόνα γνώρισε την ήττα με σκορ 3-1, αντιμετωπίζοντας μια Βραζιλία στα καλύτερά της. Με δύο επίσης γκολ φιλοδώρησε ο Μανέ τους Χιλιανούς στο πρώτο ημίχρονο, ενώ στο δεύτερο διέλυσε ολόκληρη την άμυνά τους πριν δώσει την τελική πάσα στον Βαβά, που έστειλε τη μπάλα στο βάθος των δικτύων τους. Λίγα λεπτά αργότερα κατάφερε να... αποβληθεί, μαρκάροντας αντικανονικά τον Ρόχας. Στον τελικό της 17ης Ιουνίου στο Σαντιάγκο η σελεσάο, με ιδιαίτερα καλή απόδοση στο δεύτερο ημίχρονο του αγώνα, νίκησε δίκαια την αξιόμαχη Τσεχοσλοβακία με 3-1. Ο Μανέ, πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης μαζί με άλλους έξι παίκτες, αναδείχθηκε συνάμα και ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του τουρνουά. Για εκείνον όμως το σημαντικότερο ήταν ότι σήκωσε για δεύτερη φορά ψηλά με τα χέρια του το Ζιλ Ριμέ, το πιο πολύτιμο τρόπαιο του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, που λίγα χρόνια αργότερα κλάπηκε και ακόμη αγνοείται.

Το τέλος μιας λαμπερής ιστορίας

Ο Γκαρίντσα αγωνίστηκε με τα χρώματα της Βραζιλίας και στο παγκόσμιο κύπελλο του 1966, σε ηλικία 33 ετών και με προπονητή ξανά τον Βισέντε Φεόλα, σημειώνοντας μάλιστα το πρώτο γκολ της ομάδας του στο 2-0 εναντίον της Βουλγαρίας. Ο επόμενος αγώνας, με την Ουγγαρία και με απόντα τον Πελέ λόγω τραυματισμού, ήταν ο μοναδικός στον οποίο η Βραζιλία έχασε με τον Μανέ στη σύνθεσή της. Παράλληλα, ήταν ο πρώτος μετά από τρεις διοργανώσεις παγκόσμιων κυπέλλων, που Ευρωπαίοι αμυντικοί κατάφεραν να κλειδώσουν τον χαρισματικό ντριπλαδόρο. Αυτό το παιχνίδι, καθώς ο Μανέ έλειπε από το ατυχές επόμενο με την ήττα και τον αποκλεισμό από την εκπληκτική Πορτογαλία, ήταν το τελευταίο του με την κιτρινοπράσινη φανέλα. Η συνολική στατιστική του κατέγραψε 50 συμμετοχές και 12 γκολ, ενώ η προσφορά του στο κτίσιμο του βραζιλιάνικου θρύλου είναι ανεκτίμητη. Στις 19 Δεκεμβρίου του 1973, χρονιάς που σταμάτησε το ποδόσφαιρο, η ομοσπονδία της χώρας του διοργάνωσε ένα παιχνίδι προς τιμήν του, μεταξύ της εθνικής Βραζιλίας και μιας ομάδας επιλέκτων της FIFA. Περισσότεροι από 130.000 θεατές βρέθηκαν στο Μαρακανά για να τον αποχαιρετήσουν, δικαιώνοντας από ηθικής πλευράς την απόφασή του να μην ενδώσει ποτέ στις σειρήνες της Ευρώπης (Ρεάλ, Ίντερ, Γιουβέντους, Μίλαν). Στη Βραζιλία τον λάτρευαν και θα τον λάτρευαν για πάντα...

Σε συλλογικό επίπεδο...

...συνέχισε την κατάκτηση τίτλων με την Μποταφόγκο, στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1965, σημειώνοντας 85 γκολ σε 236 εμφανίσεις: Τρία ακόμη πρωταθλήματα προστέθηκαν στη συλλογή του (Ρίο το 1961 και το 1962, ένα Ρίο-Σάο Πάολο το 1962). Από το 1966 και σε συνδυασμό με τις διάφορες καταχρήσεις, άρχισε η αγωνιστική πτώση. Τη χρονιά εκείνη πήρε μεταγραφή στην Κορίνθιανς, όπου πήρε μέρος σε λίγους αγώνες μέχρι το 1968, οπότε και μετακινήθηκε στην Ατλέτικο Τζούνιορ της Κολομβίας, πριν επιστρέψει στη Βραζιλία για να φορέσει τις φανέλες της Φλαμένγκο και της Ολαρία. Στην εξαετία αυτή οι εμφανίσεις του ήταν εξαιρετικά περιορισμένες, ενώ με τις ομάδες αυτές δεν σημείωσε κανένα γκολ στο πρωτάθλημα. Άλλωστε, πέρα από το γεγονός ότι είχε περάσει πια τα 35, τα προβλήματα που είχε εκτός γηπέδων ήταν εκείνα που κυριαρχούσαν στη ζωή του.

«Το μαύρο διαμάντι» ή «η ντρίμπλα του Θεού»;

Ο Πελέ και ο Γκαρίντσα, οι δύο μεγαλύτερες μορφές του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, ήταν προσωπικότητες τελείως διαφορετικές. Ο πρώτος ήταν το καλό παράδειγμα για όλες τις οικογένειες και τους συνεπείς αθλητές, ενώ ο δεύτερος το κακό: Άστατος στην ιδιωτική του ζωή, επιρρεπής στο αλκοόλ και συχνά με ένα τσιγάρο στο χέρι, χωρίς συναίσθηση του χρήματος που δεν έμαθε ποτέ να το μετράει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο αριθμός των παιδιών του: Άλλοι αναφέρουν ότι είχε 9, μερικοί λένε 14 και ορισμένοι ισχυρίζονται πως συνολικά ήταν... 36! Το τελευταίο νούμερο μάλλον απέχει από την αλήθεια, όμως δείχνει την ακαταστασία που επικρατούσε στη ζωή του. Μεγάλοι έρωτες της ζωής του ήταν η πρώτη του γυναίκα Ναΐρ Μαρκές, η διάσημη τραγουδίστρια της σάμπα Έλσα Σοάρες που γεννήθηκε σε μια φαβέλα στο Ρίο και η Ιράκι, με την οποία λέγεται ότι έκανε δύο παιδιά. Αυτά όλα βέβαια οι Βραζιλιάνοι τα ήξεραν, παρακολουθώντας την πορεία του ειδώλου τους από τις εφημερίδες. Ωστόσο, όσο σέβονταν τον Πελέ, άλλο τόσο λάτρευαν τον Γκαρίντσα, τον οποίο στόλιζαν με ιδιότητες που βρίσκονταν στη σφαίρα της ποδοσφαιρικής μυθολογίας. Εκατομμύρια από αυτούς τον αποκαλούσαν alegria do povo («χαρά των ανθρώπων»), ενώ υπήρχαν άλλοι που πίστευαν ότι ο Θεός του είχε δώσει την ντρίμπλα Του (o drible de Deus). Επίσης, όσοι πρόλαβαν να τον χαρούν αρκετά χρόνια, λένε πως εκείνος ήταν καλύτερος από τον Πελέ. Αφήνοντας στην άκρη τις δοξασίες, θα πρέπει να αναφέρουμε πως καμία ντρίμπλα του δεν ήταν άσκοπη και πως στο παιχνίδι του κυριαρχούσε η ουσία: Απασχολούσε τη μισή ενδεκάδα του αντιπάλου, κουβαλούσε τη μπάλα από τη μια γωνιά του γηπέδου στην άλλη προσφέροντας στην ομάδα του την πρωτοβουλία στο παιχνίδι και οι οκτώ στις δέκα τελικές πάσες του μεταφράζονταν σε γκολ. Επίσης, νικούσε σχεδόν πάντα τους τερματοφύλακες όταν αποφάσιζε τη διείσδυση στην περιοχή τους, με δυνατό σουτ από οποιαδήποτε γωνία. Ήταν ο πιο χρήσιμος παίκτης για κάθε προπονητή. Στο τεράστιο ζήτημα της υστεροφημίας, ενώ ο Πελέ έχει αντίπαλο δέος τον Μαραντόνα στον θρόνο του Σπορ, ο Γκαρίντσα δεν έχει κανέναν. Ουδείς παίκτης έκτοτε στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο δεν έπαιξε στο χώρο που του αναλογούσε με τέτοια επιτυχία όσο εκείνος, ούτε με το δικό του μοναδικό τρόπο. Κι ενώ το αγωνιστικό στιλ του Πελέ στις ημέρες μας θεωρείται από κάποιους ξεπερασμένο, το αντίστοιχο του Μανέ θα σταδιοδρομούσε με άνεση και στα γήπεδα του 21ου αιώνα.

Anjo de pernas tortas...

Με εκρήξεις βίας που προκαλούσε η υπερβολική χρήση αλκοόλ, αλλά και με λάθη επί λαθών, συνεχίστηκε η ζωή του Γκαρίντσα. Στο πιο σοβαρό από αυτά υπέπεσε στις 13 Απριλίου 1969, όντας υπαίτιος αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, αφού οδηγούσε τύφλα στο μεθύσι. Από τα συντρίμμια ανασύρθηκε νεκρή η πεθερά του, γεγονός που δε συγχώρησε ποτέ στον εαυτό του. Το 1977 η τραγουδίστρια της σάμπα, που δεν την παντρεύτηκε ποτέ επίσημα, τον κατηγόρησε για κακομεταχείριση και ξυλοδαρμό. Λίγο αργότερα διαγνώστηκε πως έπασχε από κίρρωση του ήπατος, εξαιτίας των μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ. Το 1982 νοσηλεύτηκε συνολικά οκτώ φορές, ενώ κοντά του είχε πλέον λίγους φίλους, μεταξύ των οποίων και ο Πελέ. Στις 20 Ιανουαρίου 1983 και σε ηλικία 49 ετών μεταφέρθηκε σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο, όπου και πέθανε δίχως κανείς να τον αναγνωρίσει. Λίγη ώρα μετά το θάνατό του, κάποιος από τους παρισταμένους φώναξε είναι ο Γκαρίντσα! Το νέο μεταδόθηκε αστραπιαία σε όλη τη χώρα, που έκλαψε γι αυτόν. Κηδεύτηκε με τιμές παρουσία μεγάλου πλήθους, που κατέκλυσε δρόμους, πλατείες και γέφυρες για να τον δει για τελευταία φορά. Στο φέρετρό του, που περνώντας από το Μαρακανά μεταφέρθηκε στην τελευταία του κατοικία επάνω σε πυροσβεστικό όχημα, για να μπορούν να τον δουν όλοι και με τη συνοδεία τιμητικού στρατιωτικού αγήματος, είχε τοποθετηθεί η φανέλα της Μποταφόγκο και η σημαία της Βραζιλίας. Το εθνικό στάδιο στην πρωτεύουσα Μπραζίλια πήρε το όνομά του, όπως και εκατοντάδες άλλα ταπεινότερα, που ξεφυτρώνουν μέσα ή δίπλα στις φαβέλες. Μια επετειακή ψηφοφορία της FIFA τον ανέδειξε το 1999 ως έβδομο καλύτερο παίκτη στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Πέντε χρόνια νωρίτερα, μια άλλη ψηφοφορία τον είχε κατατάξει στη διαχρονική ενδεκάδα των παγκοσμίων κυπέλλων, η οποία στοιχειοθετείται από κολοσσούς: Λεβ Γιασίν, Τζάλμα Σάντος, Φραντς Μπεκενμπάουερ, Μπόμπι Μουρ, Πάουλ Μπράιτνερ, Γιόχαν Κρόιφ, Φέρεντς Πούσκας, Μπόμπι Τσάρλτον, Μανέ Γκαρίντσα, Ντιέγκο Μαραντόνα, Πελέ. (σ.σ.: o Τζορτζ Μπεστ μάλλον την είχε κοπανήσει για κάποιο ερωτικό ραντεβού, γι αυτό και δεν βρίσκεται στη λίστα). Για το λαό της μεγάλης λατινοαμερικάνικης χώρας όμως όλα αυτά δεν έχουν ενδιαφέρον, καθώς ο άγγελος με τα λυγισμένα πόδια (anjo de pernas tortas) συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των εθνικών του ηρώων.

SIMCA CHAMBORD: ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

SIMCA CHAMBORD
Αμάξωμα: 4θυρο sedan
Kινητήρας: V8
Κυβισμός: 2.351 κ.εκ.
Διάμετρος x διαδρομή: 66.06 mm x 85.72 mm
Ισχύς: 84 ίπποι στις 4.800 σ.α.λ.
Μετάδοση κίνησης: στους πίσω τροχούς
Κιβώτιο ταχυτήτων: χειροκίνητο 3 σχέσεων
Μήκος: 4.750 χλστ.
Πλάτος: 1.770 χλστ.
Ύψος: 1.480 χλστ.
Μεταξόνιο: 2.690 χλστ.
Μετατρόχιο εμπρός: 1.370 χλστ.
Μετατρόχιο πίσω: 1.340 χλστ. 

SIMCA CHAMBORD TUFAO (1966)
Αμάξωμα: 4θυρο sedan
Kινητήρας: V8
Κυβισμός: 2.416 κ.εκ.
Διάμετρος x διαδρομή: 66.1 mm x 88 mm
Σχέση συμπίεσης: 8.0:1
Ισχύς: 109 ίπποι στις 4.800 σ.α.λ.
Ροπή: 161 Nm στις 2.750 σ.α.λ.
Μετάδοση κίνησης: στους πίσω τροχούς
Κιβώτιο ταχυτήτων: χειροκίνητο 3 σχέσεων
Ανώτατη ταχύτητα: 160 χλμ./ώρα
0-100 χλμ./ώρα: 14,3 δλ.
Μήκος: 4.721 χλστ.
Πλάτος: 1.770 χλστ.
Ύψος: 1.450 χλστ.
Μεταξόνιο: 2.690 χλστ.
Μετατρόχιο εμπρός: 1.370 χλστ.
Μετατρόχιο πίσω: 1.340 χλστ.
Ελαστικά: 165-380-4
Βάρος: 1.251 κιλά

credits

Κείμενο: Σπύρος Χατήρας. Φωτογραφίες: all-free-photos.com